Skip to content

Peter Sloterdijk: Tο Design της τρομοκρατίας

Sloterdijk, Peter: Der Gaskrieg – oder: Das atmoterroristische Muster,  in: ders. Sphären, Plurale Sphärologie, Band III: Schäume, Frankfurt a.M. 2004, Σελ. 89-125 (Ελληνική μετάφραση: MPa | Maternity Politics agency 2009)

Ο πόλεμος αερίων και το design της τρομοκρατίας

Άν θέλει κανείς με μιά μόνο φράση και δίχως περιττά κοσμητικά επίθετα να διατυπώσει την ιδιαίτερη συνεισφορά του 20. αιώνα στην ιστορία του πολιτισμού αφήνοντας στην άκρη τις ασύγκριτες επιτυχίες του στις καλές τέχνες, αρκεί να αναφέρει τρείς μόνο λέξεις. Η πρωτοτυπία της  ιστορικής αυτής περιόδου συνοψίζεται πλήρως στους όρους: τρομοκρατία, design και περιβάλλον. Η τρομοκρατική πρακτική δημιούργησε τους όρους για  τη διεξαγωγή εχθροπραξιών μεταστρατιωτικού τύπου. Το βιομηχανικό design κατόρθωσε να επανασυνδέσει το φονκτιοναλισμό με την αντίληψη. Και τέλος η επινόηση του περιβάλλοντος  δημιούργησε τους όρους για τη διασάφιση άγνωστων μέχρι τούδε σχέσεων μεταξύ φαινομένων της ζωής και φαινομένων της γνώσης. Η ταυτόχρονη δε κατασκευή των τριών αυτών νεωτερισμών σηματοδότησε την απαρχή μιάς χωρίς προηγούμενο ριζοσπαστικοποίησης της διασάφισης, της ενσωμάτωσης δηλαδή λανθανόντων δεδομένων σε απτές πρακτικές και σε στρατηγικές υλοποίησης, αφότου τα λανθάνοντα διασαφιστούν.

Άν επιπλέον θελήσει κανείς να ορίσει επαρκιβώς τη χρονική στγμή της έναρξης του αιώνα αυτού στη βάση τα όσων διαδραματίστηκαν, η απάντηση όχι μόνο μπορεί να δοθεί με ακρίβεια δευτερολέπτου, αλλά ταυτόχρονα είναι ικανή να καταστήσει σαφές οτι οι τρεις παραπάνω νεωτερισμοί οφείλουν τη γέννησή τους σε μία και μόνο μήτρα.

Η έναρξη του 20. αιώνα έλαβε χώρα με θεαματικό και αποκαλυπτικό τρόπο στις 22. Απρίλη 1915, τη στιγμή που το ειδικά για το σκοπό αυτό δημιουργηθέν τάγμα αερίων του γερμανικού στρατού εξαπέλυσε την πρώτη επίθεση ευρείας κλίμακας με χλώριο ενάντια σε γάλλους και καναδούς πεζοπλίτες σταθμευμένους στη βόρεια Ύπερη. Τις αμέσως προηγούμενες εβδομάδες οι γερμανοί στρατιώτες είχαν μετατρέψει χιλιάδες φιάλες του αναφερθέντος αερίου σε μπαταρίες αγνώστου μέχρι εκείνη την ώρα τύπου, τις οποίες στη συνέχεια τοποθέτησαν σε λάκκους δίπλα στη μετωπική γραμμή. Στις 18.00 η ώρα ακριβώς και κάτω απο τις διαταγές του ταξίαρχου Μάξ Πέτερσον καθώς και με ευνοϊκό βόρειο-βορειοανατολικό άνεμο, η πρωτοπορία του τάγματος αερίων αφαίρεσε τα πώματα απο 1.600 μεγάλου μεγέθους (40 κιλών) και 4.130 μικρού μεγέθους (20 κιλών) φιάλες χλωρίου. Οι 150 περίπου τόννοι υγρού χλωρίου που διαχύθηκαν στον αέρα σχημάτισαν νέφος μήκους 900 μέτρων και πλάτους 600 μέτρων (1).  Το πρώτο αυτό νέφος δηλητηρίου μας έχει σωθεί με τη μορφή  εναέριας φωτογραφίας να σκεπάζει την περιοψχή της Ύπερης. Το  ευνοϊκό αεράκι που επικρατούσε ωθούσε το νέφος με ταχύτητα 2-3 μέτρα το δευτερόλεπτο προς τις θέσεις του γαλλικού πεζικού. Η συγκέντρωση του αερίου ανέρχονταν σε 0,5 τοις εκατό, συγκέντρωση που καθιστά βέβαιη την πρόκληση βαριών αλλοιώσεων των ανανπνευστικών οδών και των πνευμόνων.

Ο Γάλλος στρατηγός Ζάν-Ζούλ Ενρί Μορντάκ (1868-1943) (2) βρισκόταν ο ίδιος σε απόσταση 5 χιλιομέτρων απο τη μετωπική γραμμή όταν στις 18.20 λεπτά περίπου δέχτηκε τηλεφώνημα απο αξιωματικό του 1. Τάγματος, σταθμευμένου πλησίον της μετωπικής γραμμής, με την αναφορά οτι ωχρά κίτρινα σύννεφα προερχόμενα απο τα γερμανικά χαντακώματα κατευθύνονταν προς τις γαλλικές θέσεις.  Όταν ο Μορντάκ μετά απο  αρχικές αμφιβολίες οι οποίες διασπαθίστηκαν καθώς δέχτηκε αλλεπάλληλες τηλεφωνικές εκκλήσεις παρομοίου περιεχομένου ξεκίνησε έφιππος και με ακολουθία να διεξάγει αυτοψία στη μετωπική γραμμή, δεν άργησαν να παρουσιαστούν τόσο στον ίδιο όσο και στους συνοδούς του τα πρώτα συμπώματα δηλητηρίασης: Δύσπνοια, βήχας και έντονο βώμβισμα. Αναγκασμένοι να εγκαταλείψουν τα άλογά τους που αρνούνταν πεισματικά να προχωρήσουν, ο Μορντάκ και η συνοδεία του συνέχισαν την πορεία τους προς το δηλητηριασμένο μέτωπο πεζή. Πανικόβλητοι στρατιώτες έτρεχαν προς το μέρος τους έχοντας καταρρίψει τα όπλα, φτύνοντας αίμα κι ουρλιάζοντας για νερό. Μερικοί έπεφταν καταγής αγωνιώντας μάταια ν αναπνεύσουν. Στις 19.00 η ώρα η γαλλο-καναδική μετωπική γραμμή παρουσίαζε ακάλυπτο άνοιγμα μήκους έξι χιλιομέτρων. Την ίδια στιγμή τα γερμανικά τάγματα διέσχιζαν το άνοιγμα αυτό καταλαμβάνοντας  το Λαγκεμάρκ (3).  Για αυτοπροστασία οι επιτιθέμενοι ήταν εξοπλισμένοι με πανιά εμποτισμένα με σόδα και χλωριοδεσμευτικό υγρό, με τα οποία κάλυπταν στόμα και μύτη. Ο Μορντάκ που επέζησε την επίθεση δημοσίευσε τα απομνημονεύματά του τη χρονιά που ο Χίτλερ ανέλαβε την εξουσία στη Γερμανία.

Η στρατιωτική επιτυχία της επιχείρησης αυτής δεν αμφισβητήθηκε απο κανένα. Λίγες μέρες μάλιστα μετά τα γεγονότα στην Ύπερη ο Αυτοκράτορας Γουλιέλμος ο Β’ δέχτηκε σε προσωπική ακρόαση τον επιστημονικό διευθυντή του Γερμανικού Προγράμματος Εμπόλεμης Χρήσης Αερίων, χημικό και καθηγητή Φρίτς Χάμπερ, διευθυντή του ‘Ινστιτούτου Κάιζερ Γουλιέλμος για Φυσική Χημεία και Ηλεκτροχημεία, και τον προήγαγε σε Ταξίαρχο (4). Το μοναδικό αρνητικού τύπου  σχόλιο για το θέμα που διατυπώθηκε, ήταν η κριτική οτι το γερμανικό πεζικό δεν κατόρθωσε να αποκομίσει το αρμόζον στρατιωτικό όφελος απο την θριαμβευτική του αυτή επιτυχία καθώς αποσβολώθηκε το ίδιο απο την αναπάντεχη και χωρίς προηγούμενο αποτελεσματικότητα της μεθόδου με την οποία επιτέθηκε. Όσο κοινή ήταν η επικρότηση της μεθόδου επίθεσηες τόσο απόκλιναν απο την άλλη οι απολογισμοί για τον αριθμό των θυμάτων. Ενώ οι επίσημες γαλλικές ανακοινώσεις αναφέρουν 625 θύματα, απο τα οποία τρία φέρεται να υπέκυψαν στις δηλητηριάσεις,  οι πρώτες γερμανικές ανακοινώσεις μιλούν για 15.000 πληγέντες και 5000 θανάτους. Σημειωτέον οτι οι αριθμοί αυτοί στη συνέχεια διορθώθηκαν προς τα κάτω μετά απο διεξοδικότερες  επιστημονικές αναλύσεις. Προφανώς οι διαφορές των απολογισμών αντικατοπτρίζουν ταυτόχρονα και τις ιδεολογικές διαμάχες γύρω απο την ερμηνεία της επιχείρησης απο ηθική και στρατιωτικοτεχνική οπτική, την οποία και παρουσιάζουν κάτω απο διαφορετικό φώς. Μια καναδική πάντως έκθεση για την αυτοψία σε ένα απο τα θύματα που είχε τύχει να βρίσεκται κοντά στις πιό επιβαρυμένες περιοχές αναφέρει: «Όταν του αφαιρέσαμε τα πνευμόνια ξεχύθηκε απο μέσα τους μεγάλη ποσότητα ενός ωχρού κίτρινου υγρού, μάλλον έντονα πρωτεινούχου… Οι αρτηρίες της επιφάνειας του εγκεφάλου ήταν απολύτως εμφραγμένες, ενώ όλα τα λεπτότερα αιμοφόρα αγγεία ήταν τόσο διογκωμένα που εξείχαν έντονα απο την επιφάνεια.» (5)

Τη στιγμή που συντελείται η καταγραφή του  20. αιώνα στα βιβλία της ιστορίας σαν ‘αιώνα των εξτρεμισμών’ ενώ απο την άλλη οι αγωνιστικές θέσεις και οι έννοιες που  παρήγαγε αγγίζουν την καταληκτική τους ημερομηνία (τα σενάρια του 20. αιώνα για την παγκόσμια ιστορία ως γνωστό μπορούν κάλλιστα να συγκριθούν με τις εκκλήσεις των θεολόγων του μεσαίωνα για την απελευθέρωση του Ιερού Τάφου) ένα απο τα τεχνολογικά του σχέδια αρχίζει μόλις να διακρίνεται με σαφήνεια. Πρόκειται για τη διεύρυνση της εμπόλεμης διαμάχης ως προς τον παράγοντα περιβάλλον.

Απο τότε που ήρθε να προστεθεί στη στρατιωτική οργάνωση το πυροβολικό, αποτελεί αναγκαία ιδιότητα του στρατιωτικού επαγγελματισμού η άμεση εξ αποστάσεως επίθεση στον εχθρό με ριπές βλημάτων. Όποιος έχει κατα νου να εξουδετερώσει τον αντίπαλό του με βάση τους κανόνες της τηλεθανατηφόρας τέχνης, απευθύνει βοηθεία βλητικής συσκευής μία intentio directa  στο σώμα αυτού και τον ακινητοποιεί με τον απαραίτητο αριθμό εύστοχων βολών. Απο τα τέλη του μεσαίωνα μέχρι τις αρχές του Α’ Παγκόσμιου ο ορισμός του στρατιώτη βασίζονταν σ αυτήν ακριβώς την ικανότητα απεύθυνσης της άμεσης πρόθεσης καθώς επίσης και στη συντήρηση και φροντίδα αυτής. Οι κωδικοποιήσεις της ανδρικότητας εξ άλλου περιστρέφονται σχεδόν αποκλειστικά  γύρω απο την ικανότητα τέλεσης ενός ιδιόχειρου ένοπλου θανατηφόρου πλήγματος σε κάποιο αντίπαλο. Και η στόχευση του εχθρού εξ αποστάσεως δεν αποτελεί παρά τη μετάβαση απο την πάλη σώμα με σώμα σε μια νέα βαλλιστική εκδοχή. Αυτός είναι ο λόγος που η ιδιόχειρη θανάτωση απο άνδρα σε άνδρα ακόμη και κάτω απο τις συνθήκες της τηλετεχνικής, κι ακόμη κι όταν πρόκειται για  ανώνυμες διαπλοκές με σκοπό το πλιάτσικο, δεν παύει να διατηρεί κάποια απόχρωση θάρρους κι ηρωισμού. ‘Αν οι στρατιώτες του 20. αιώνα δήλωναν -και το πίστευαν κιόλας- οτι δεν ασκούν παρά ένα έντιμο και ηρωικό χειρωνακτικό επάγγελμα σε συνθήκες πολέμου, αυτό οφείλεται στον απόηχο του εγγενούς κινδύνου που αποτελούσε συστατικό χαρακτηριστικό της προγενέστερης άμεσης ιδιόχειρης θανάτωσης. Η υλοποιημένη φόρμα της τεχνολογίας αυτής είναι η ξιφολόγχη: Άν για κάποιο λόγο το εγχείρημα της (αστικού τύπου) τηλεθανάτωσης με βλήμα αποτύχει, ο δράστης έχει τη δυνατότητα να υποτροπιάσει κάνοντας χρήση της (αρχαϊκού και ευγενούς τύπου) διάτρησης του σώματος του αντιπάλου εξ επαφής.

Με βάση αυτή την προιστορία γίνεται σαφές οτι ο 20. αιώνας θα καταγραφτεί στη μνήμη σαν εκείνη η εποχή που συνέλαβε την αποφασιστικής σημασίας σκέψη να μην αποτελεί πιά το σώμα του αντιπάλου τον άμεσο προς εξόντωση στόχο αλλά το περιβάλλον αυτού. Κι η σκέψη αυτή συνιστά και τον πυρήνα της έννοιας της τρομοκρατίας στην περαιωμένη και διασαφισμένη της μορφή. Το αξίωμα δε της τρομοκρατίας το είχε ήδη ο Σαίξπηρ διατυπώσει στο όνομα του Σάιλοκ: «Μου παίρνετε τη ζωή, εάν μου αφαιρέσετε τα προς το ζήν.»  (6) Τα προς το ζήν σήμερα περιλαμβάνουν πέρα απο τα της οικονομίας και εκείνα της οικολογίας, δηλαδή τις περιβαλλοντικές συνθήκες της ανθρώπινης ύπαρξης που έχουν μάλιστα μπεί στο επίκεντρο της ανησυχίας. Χαρακτηριστικό των καινούργιων μεθόδων εξόντωσης του αντιπάλου μέσα απο την καταστροφή του χώρου που τον περιβάλλει, είναι οτι αυτές υλοποιούν μια καθαρά μοντέρνα μετα-χεγγελιανή έννοια τρόμου (7).  Ο τρόμος του 20. αιώνα είναι ασύλληπτα τρομερότερος απο το έτσι-θέλω-κι-έτσι-είναι, με το οποίο η γιακωβίνικη αυτοσυνείδηση ποδοπατούσε όσους εναντιώνονταν στην επελαύνουσα ελευθερία της. Και είναι απο την άλλη ριζικά διαφορετικός απο εκείνον που χαρακτηρίζει τις επιθέσεις των αναρχικών και των μηδενιστών του τελευταίου τρίτου του 19. αιώνα, οι οποίοι στόχευαν στην αποσταθεροποίηση των ύστερων αριστοκρατικών αστικών μορφών κοινωνικής οργάνωσης (8).  Τέλος θα πρέπει να τονίσει κανείς και τις διαφορές -τόσο στις μεθόδους όσο και στους στόχους- που διακρίνουν τον τρόμο αυτό απο τις φοβοκρατικές τεχνικές των εγκατεστημένων ή ανερχόμενων δικτατοριών: Εκείνες χρησιμοποιούν αυστηρά υπολογισμένα μείγματα «τελετουργίας και τρόμου» (9) με σκοπό να χειραγωγήσουν τους πληθυσμούς. Ο τρόμος της δικής μας όμως εποχής απέκτησε τη μορφή του μέσα απο τον εμπλουτισμό της μοντέρνας επιστημονικής γνώσης για την εξόντωση μέσα απο τη θεωρία για το  περιβάλλον. Κι η θεωρία αυτή διδάσκει βασικά, οτι ο τρομοκράτης γνωρίζει τα θύματά του καλύτερα, απότι τα ίδια γνωρίζουν τον εαυτό τους. Όταν η άμεση εξόντωση του σώματος του εχθρού με τη χρήση εύστοχων βολών πάψει να είναι αποτελεσματική, αρκεί ο επιτιθέμενος να δημιουργήσει αβίωτους όρους στο χώρο, εντός του οποίου βρίσκεται το σώμα αυτό.

Ο σύγχρονος χημικός πόλεμος είναι αποτέλεσμα της παραπάνω απλής συνεπαγωγής. Πραγματοποιεί απόπειρα ενάντια στις ζωτικές λειτουργίες του εχθρού, και συγκεκριμένα στην αναπνοή, στο κεντρικό νευρικό σύστημα καθώς και στις συνθήκες θερμοκρασίας και ακτινοβολίας. Η τρομοκρατία διαδέχεται και αντικαθιστά την κλασσική μορφή πολέμου που είχε σαν όρο την διεξαγωγή πάλης μεταξύ ισοδύναμων αντιπάλων. Η τρομοκρατία δρά πέρα και έξω απο την αφελή ανταλλαγή πληγμάτων μεταξύ οργανωμένων ομάδων. Αποσκοπεί στην αντικατάσταση των κλασσικών μορφών διαπλοκής μέσα απο ακαριαίες επιθέσεις στους περιβαλλοντικούς όρους ζωής του εχθρού. Τέτοιου τύπου μετατόπισεις των στόχων μπορούμε να τις παρατηρήσουμε παντού όπου οι αντιμαχόμενες πλευρές δεν είναι ισοδύναμες, όπως συμβαίνει λόγου χάρη στις μέρες μας με τους πολέμους μή-κρατών, αλλά επίσης και στις διαμάχες που λαμβάνουν χώρα μεταξύ κρατικών στρατών και μη κρατικών αγωνιστών. Η ιδιαιτερότητα ωστόσο του πολέμου αερίων που έλαβε χώρα μεταξύ 1915 και 1918, βλέποντάς τον με σημερινή ματιά,  έγκειται στο γεγονός οτι και οι δύο εμπόλεμες πλευρές ενσωμάτωσαν κρατικά εκπονημένες μορφές  περιβαλλοντικής τρομοκρατίας μέσα στις έννομες κρατικές πολεμικές μηχανές των στρατών τους –κατα παράβαση βέβαια του Άρθρου 23α του 1907 της Χάγης ‘Περί της Διευθέτησης της Εμπόλεμης Κατάστασης μεταξύ Κρατών’, που απαγόρευε ρητά τη χρήση κάθε είδους δηλητηριωδών ουσιών αλλά και πάσης φύσεως όπλων που ήταν δυνατό να προκαλέσουν επιδείνωση της φυσικής κατάστασης των αντιπάλων και ιδίως του άοπλου πληθυσμού (10).  Το 1918 ο γερμανικός στρατός διέθετε εννέα τάγματα αερίων συνολικής δύναμης 7.000 ανδρών. Οι σύμμαχοι διέθεταν πάνω απο δεκατρία τάγματα «χημικών εφόδων» με 12.000 άντρες συνολικά. Ήξεραν τι έλεγαν οι εξπέρ, όταν μιλούσαν για ‘πόλεμο εντός του πολέμου’. Με τη φράση αυτή διατυπώνεται η απαρχή της απελευθέρωσης του εξτρεμισμού απο την οργανωμένη δομή της πολεμικής μηχανής. Πληθώρα δηλώσεων απο επαγγελματίες, τόσο στρατιώτες όσο και  αξιωματούχους, που έδρασαν στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, πιστοποιούν οτι ο πόλεμος αερίων καταγράφτηκε σαν επαίσχυντο φαινόμενο το οποίο εξέφραζε τον ξεπεσμό και εξευτελισμό της πολεμικής ηγεσίας. Εντούτοις κανένα ντοκουμέντο δεν μας έχει διασωθεί, το οποίο  να περιέχει έστω και την παραμικρή ένδειξη  εναντίωσης ή έστω διαφωνίας κάποιου μέλους του στρατιωτικού σώματος στο νέο αυτό ‘καθεστώς πολέμου’ (11).

Η επινόηση της έννοιας ‘περιβάλλον’ συντελέστηκε λοιπόν στα χαντακώματα του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου τη στιγμή ακριβώς που οι αντιμαχόμενοι στρατοί και οι ως τότε οπλισμοί τους έγιναν απρόσιτοι ο ένας για τον άλλο. Η διεύρυνση της διαπλοκής στην ατμόσφαιρα που τους περιέβαλλε δεν αποτελούσε παρά αναγκαία συνέπεια της αντιπαράθεσης. Ό,τι κατόπιν ονομάστηκε «πόλεμος αερίων» αρχικά δεν ήταν παρά η τεχνολογική διασάφιση κι επίλυση του προβλήματος «πώς θα εξαναγκαστεί ο εχθρός να παραμείνει για ορισμένο χρονικό διάστημα – στην πράξη μερικά λεπτά τις ώρας – σκεπασμένος με νέφος βλαβερών ουσιών ικανής συγκέντρωσης μέχρι να υποκύψει στο φυσικό αντανακλαστικό της αναπνοής.» Τα νέφη δε αυτά αερίων ουδέποτε ήταν αέρια με την αυστηρή σημασία της φυσικοχημείας, παρά ήταν λεπτότατες σκόνες που διαχέονταν με μικρής έντασης εκρήξεις στον αέρα. Ο καινούργιος αυτός τύπος του πυροβολικού δεν στόχευε πια τα σώματα των εχθρών αλλά τον αέρα που ανάπνεαν. Φυσικό ήταν να κλονιστεί  επίσης και η έννοια της ευστοχίας. Για να θεωρηθεί επιτυχής μια βολή αρκούσε να πέσει κάπου κοντά στο στόχο της (12).  Σε μεταγενέστερη φάση βέβαια πραγματοποιήθηκε η επανασύνδεση των βλημάτων ακριβείας του κλασσικού πυροβολικού με τα βλήματα διάχυσης του πυροβολικού αερίων. Πολύ σύντομα εξάλλου η επιστημονική έρευνα αναζήτησε λύσεις και για το ζητούμενο της επιβράδυνσης της διάλυσης των νεφών καθώς και για την αποτελεσματικότερη σταθεροποίηση των νεφών πάνω απο τις αντίπαλες θέσεις. Κατα κανόνα η επίλυση των προβλημάτων αυτών επιτυγχάνονταν με την πρόσμιξη νέων χημικών ουσιών, οι οποίες ήταν ικανές να προκαλέσουν τις επιθυμητές παραλλαγές συμπεριφοράς στις άκρως ευαίσθητες σκόνες του δηλητηρίου. Μετά τα όσα διαδραματίστηκαν στην Ύπερη άνθισε κυριολεκτικά δια νυκτός η στρατιωτική κλιματολογία που για να εκτιμήσει κανείς τη σημασία της θα πρέπει να τη θεωρήσει σαν το βασικό αξίωμα της λογικής της τρομοκρατίας. Στην επιστήμη των δηλητηριωδών νεφών γράφει «Άριστα» το πιστοποιητικό βαθμολογίας του 20. αιώνα. Ενώ πριν την ημερομηνία 22 Απρίλη 1915 ο ισχυρισμός αυτός εκ των πραγμάτων δεν μπορούσε  παρά να φαντάζει παταφυσικός, μετά απο την ημερομηνία αυτή δεν αποτελούσε άλλο απο την κεντρική ίδεα των νέων οντολογικών συνθηκών. Το γεγονός μάλιστα οτι η θεωρία των δηλητηριωδών αερίων ή αλλιώς: των μη βιώσιμων χώρων αναπνοής, μέχρι τις μέρες μας δεν έχει οριοθετηθεί απέναντι στη γενική κλιματολογία, αποτελεί σαφή ένδειξη για το οτι η θεωρία του κλίματος δεν έχει ακόμη συνέρθει απο την επιστημονική σύγχιση μέσα απο την οποία προέκυψε.  Στην πραγματικότητα – κι αυτό σκοπεύει ετούτο το κείμενο να δείξει- πρόκειται για την πρώτη απο τις νέες επιστήμες του ανθρώπου που γεννήθηκαν μέσα απο το πεδίο γνώσης που παρήχτηκε απο τους παγκόσμιους πολέμους (13).

Η ταχύτητα με την οποία πραγματοποιήθηκαν τόσο οι σχετικές εφευρέσεις όσο και η μαζική παραγωγή των μηχανημάτων για την προστασία της αναπνοής (κοινώς: μάσκες αερίων) προδίδει τις νέες συνθήκες καθώς και το γεγονός οτι τουλάχιστον ο στρατός εξοπλίζονταν για τη διεξαγωγή μαχών, για την έκβαση των οποίων αποτελούσε αποφασιστική παράμετρος η ανθρώπινη αναπνοή. Επόμενο ήταν σε σύντομο χρονικό διάστημα ο Φρίτς Χάμπερ να γνωρίσει δόξες και τιμές σαν πατέρας της μάσκας αερίου. Με βάση τις στρατιωτικές έγγραφες πηγές και μόνο στο διάστημα απο το Φεβρουάριο ως τον Ιούνιο του 1916 ο γερμανικός και μόνο στρατός που ήταν εγκαταστημένος στο Βερντέν προμηθεύτηκε απο το αρμόδιο γραφείο υλικού πεντέμισυ εκατομμύρια μάσκες αερίου, 4300 μηχανήματα οξυγόνου (προέλευσης απο τα ορυχεία) καθώς και δύο εκατομμύρια λίτρα οξυγόνο (14). Τα δεδομένα αυτά καθιστούν και αριθμητικά αδιαμφισβήτητο το γεγονός οτι ο ‘οικολογικοποιημένος’ και  διευρυμένος στο ατμοσφαιρικό περιβάλλον πόλεμος είχε μετατραπεί κυριολεκτικά σε μάχη γύρω απο την πρώτη ύλη της αναπνοής. Οι επιθέσεις προγραμματίζονταν και διεξάγονταν πάνω στις βιολογικά αναπότρεπτες αδυναμίες του αντιπάλου. Η σύντομη εξάπλωση της κατασκευαστικής ιδέας της μάσκας αερίου παριστά με σαφήνεια υλικοτεχνική το δεδομένο, οτι όποιος υφίσταται επίθεση οφείλει  να αποκοπεί απο την ατμόσφαιρα που τον περιβάλλει άμεσα και να αναζητήσει  προστασία πίσω απο κάποιο φίλτρο προστασίας. Πρόκειται  δηλαδή για το πρώτο βήμα στην υλοποίηση της κατασκευαστικής ιδέας του αιρκοντίσιον, το οποίο ως γνωστό βασίζεται στην οριοθέτηση και αποκοπή ενός συγκεκριμένου όγκου της ατμόσφαιρας απο το γενικό περιβάλλοντα χώρο. Η ανταπάντηση βέβαια των επιτιθέμενων προφανώς συνίσταται στην εντατικοποίηση απο τη μεριά τους της χημικής επίθεσης, με σκοπό ώστε να διαπέρασουν τον προστατευτικό μηχανισμό της μάσκας. Το καλοκαίρι του 1917 οι γερμανοί χημικοί και αξιωματικοί λάνσαραν την πολεμική χημική ουσία διφαινυλικο-αρσενικό-χλωρίδιο, που έγινε γνωστή με τα ονόματα «γαλάζιος σταυρός» καθώς και «Κλάρκ Ι». Αποτελούμενη απο λεπτότατους κόκκους σκόνης η ουσία αυτή κατάφερνε να διαπεράσει τα φίλτρα των μασκών των αντιπάλων, γεγονός στο οποίο οφείλεται και το παρατσούκλι που απέκτησε:  «μασκοθραύστης». Την ίδια στιγμή τα γερμανικά τάγματα πυροβολικού αερίων στο δυτικό μέτωπο πραγματοποιούσαν για πρώτη φορά τη χρήση του αερίου «κίτρινος σταυρός», γνωστό και ως «Lost» (15), το οποίο στην παραμικρή επαφή με την επιδερμίδα, τους σιελογόνους αδένες ή τις αναπνευστικές οδούς προκαλεί βαρύτατες βλάβες του οργανισμού, τύφλωση και έντονες διαταραχές του νευρικού συστήματος. Ένας απο τους διασημότερους πληγέντες του αερίου «Lost» ή «Υπερίτ» όπως επίσης ονομάζεται, ήταν κι ο “καλός” (16) στρατιώτης Αδόλφος Χίτλερ, ο οποίος τη νύχτα της 13. προς τη 14. Οκτώβρη 1918 βρίσκονταν στα νότια της Ύπερης, στο λόφο Βέρβικ της περιοχής Μοντάνια, όταν οι βρετανικές δυνάμεις διεξήγαγαν μιά απο τις τελευταίες επιθέσεις αερίων του Α’ Παγκόσμιου. Στα απομνημονεύματά του κατέγραψε, οτι το επόμενο πρωί, δηλαδή στις 14 Οκτώβρη, τα μάτια του έκαιγαν σαν πυρωμένα κάρβουνα κι ακόμη, οτι πολύ αργότερα, όταν άκουσε να διηγούνται  τα γεγονότα της 9. Νοέμβρη στη Γερμανία όντας ο ίδιος στο στρατιωτικό νοσοκομείο Πέσγουωκ στο Πόμμερν, υπέστη επεισόδιο υποτροπής της τύφλωσης του «Lost», κατα τη διάρκεια της οποίας πήρε την απόφαση «να γίνει πολιτικός». Την άνοιξη του 1944 τέλος, όταν πλησίαζε η στιγμή της ήττας του, εκμυστηρεύτηκε στον Σπέρ το φόβο του μήν πάθει και πάλι υποτροπή της τύφλωσης όπως τότε. Το τραύμα αυτό των αερίων τον συνόδεψε μέχρι το τέλος της ζωής του σαν ανεξίτηλο νευρικό ίχνος. Πάντως απο στρατιωτική και τεχνολογική οπτική θα πρέπει να σημειωθεί, οτι έπαιξε προφανώς καθοριστικό ρόλο για το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο το γεγονός οτι ο Χίτλερ ενσωμάτωσε και συνέθεσε στο σύστημα πολέμου που εκπόνησε την ιδιόρυθμη αντίληψή του περι δηλητηριωδών αερίων και την πρακτική της γενοκτονίας (17).

Τη στιγμή της πρεμιέρας του ο πόλεμος αερίων έφερε σαν ανθοδέσμη τα τρία αξιώματα της επιχειρησιακής δράσης του 20. αιώνα: τρομοκρατία, συνείδηση του design και περιβαλλοντική έννοια. Ο ακριβής ορισμός της τρομοκρατίας προϋποθέτει όπως δείξαμε, τη διασάφιση της έννοιας του περιβάλλοντος. Τρομοκρατία σημαίνει  μετατόπιση της πρόθεσης για εξαφανισμό απο το «σύστημα» (δηλαδή το συγκεκριμένο φυσικό σώμα του αντιπάλου) στο «περιβάλλον» αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση στον περιβάλλοντα αέρα όπου βρίσκονταν (κάτω απο αβίωτες συνθήκες) τα σώματα των αντιπάλων. Γι αυτό εξάλλου η τρομοκρατική απόπειρα πάντοτε διατηρεί τα ίχνη της ύπουλης επίθεσης που είναι σύμφυτα με την καταβολή της λέξης Attentat (Λατινικά: attentatum = απόπειρα δολοφονίας): Η απόπειρα όχι μόνο εκτελείται αιφνιδιαστικά, ύπουλα κι εκ του ασφαλούς, μα εκμεταλλεύεται με νοσηρό τρόπο τις απλές ζωτικές συνήθειες του θύματός της. Ο πόλεμος αερίων αξιοποιεί τις πιό ριζικές βιολογικές παραμέτρους της ανθρώπινης ζωής εναντίον της ζωής αυτής. Κι αντιστρέφοντας τους όρους καθιστά την ζωτική συνήθεια της ανάσας όπλο αυτοεξόντωσης, ενώ η ανικανότητα να παραιτηθεί κανείς απο τη συνήθεια της ανάσας γίνεται συνεργός της αυτοεξόντωσης– με την προϋπόθεση πάντα οτι ο επιτιθέμενος αεροτρομοκράτης θα καταφέρει να αναγκάσει τα θύματά του να παραμείνουν στο δηλητηριασμένο περιβάλλον για ικανό χρόνο. Ακόμη κι άν η απελπισία συνιστά απόπειρα του ανθρώπου ενάντια στον εαυτό του, όπως διατύπως ο Ζαν-Πωλ Σάρτρ, θα πρέπει να προσθέσουμε οτι είναι η τρομοκρατική επίθεση αερίων που γεννά την απελπισία αυτή, καθώς ανίκανος κανείς να σταματήσει ν αναπνέει αναγκάζεται να συμβάλει στην αυτοεξόντωσή του.

Το φαινόμενο του πολέμου αερίων εγκαθιδρύει έτσι ένα νέο καθεστώς κλιματολογικών και ατμοσφαιρικών όρων για την ανθρώπινη ύπαρξη. Η μέσω της αναπνοής αναγκαστικά διαχυτική σχέση των ζωντανών με το περιβάλλον τους διασαφείται απο το καθεστώς αυτό με παραστατικό τρόπο. Και η έννοια του design αποτελεί εξαρχής αναπόσπαστο παράγοντα του διασαφητικού αυτού σχεδίου, εφόσον ο χειρισμός περιβαλλόντων αερίων στο ανοικτό πεδίο μάχης προϋποθέτει μιά σειρά ατμοτεχνολογικούς νεωτερισμούς που εκπονούνται κι υλοποιούνται πάνω στο  αντικείμενο δηλητηριώδες νέφος. Το πρόβλημα που αντιμετώπιζαν οι μέχρι τούδε ανειδίκευτοι για το σκοπό αυτό στρατιώτες της δύσης και της ανατολής ήταν η εκπόνηση  κι εφαρμογή τέτοιων τεχνικών, ώστε η ατμοτρομοκρατία να λειτουργήσει σαν design ενός περιοσρισμένου τμήματος της ατμόσφαιρας. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού όφειλαν να υλοποιηθούν οι κανόνες της αρμόδιας τέχης. Η  κατασκευή των τεχνητών νεφών πολέμου απαιτούσε τον ιδανικό χειρισμό παραγόντων όπως  συγκέντρωση τοις εκατό, ταχύτητα καθίζησης, συνεκτικές ιδιότητες, μάζα, διεύρυνση και κινητικότητα καθώς και μιά σειρά άλλων δεδομένων που εν ολίγοις αποτέλεσαν αντικείμενο της σκοτεινής αυτής μετεωρολογίας εξειδικευμένων «νεφώσεων». Ένα μεγάλο κομμάτι των εμπεριστατωμένων αυτών γνώσεων – που σημειωτέον δεν έχει διερευνηθεί ως τις μέρες μας – βρίσκεται συγκεντρωμένο στο «Ινστιτούτο Κάιζερ Γουλιέλμος για Φυσική Χημεία και Ηλεκτροχημεία» στο Ντάλεμ του Βερολίνου, διευθυντής του οποίου ήταν ο Φρίτς Χάμπερ. Για να δράσει με μιά συγκεκριμένη συγκένρτωση ανα τοις εκατό μία χημική ουσία στο ανοικτό πεδίο μάχης ήταν αναγκαία η χρήση ενός σταθεροποιητή στη φάση παρασκευής του μείγματος. Άν το τμήμα της ατμόσφαιρας που επρόκειτο να δεχτεί επεξεργασία με χημικά θα τορπιλλίζονταν με τη μέθοδο των χειροβομβίδων, ή άν η χημική του κατεργασία θα πραγματοποιούνταν με τη χρήση φιαλών αερίου, αποτελούσε μόνο δευτερεύουσα διαφορά στην τεχνοτροπία της εφαρμογής. Το ουσιαστικό μέρος της σχεδιαστικής και κατασκευαστικής δυσκολίας συνίστατο στην παραγωγή και διατήρηση του νέφους του ίδιου, μιάς και το νέφος κάτω απο συνθήκες outdoor υφίστατο απρόβλεπτες επιδράσεις κι αλλοιώσεις. Κατά την επίθεση με «πράσινο σταυρό-διφωσφορικό» του γερμανικού πυροβολικού αερίων στις 22. προς  23. Ιούνη 1916 στο Φλερύ της Μάας, το πλάνο ήταν 50 βολίδες ανα στρέμμα και λεπτό να διασφαλίσουν θανατηφόρα αποτελέσματα στον αντίπαλο. Οι τιμές συγκέντρωσης του αερίου όμως δεν επιτεύχτηκαν με ακρίβεια, γεγονός που είχε σαν συνέπεια οι Γάλλοι να θρηνήσουν «μόνο» 1600 δηλητηριασμένους και 90 νεκρούς την επόμενη μέρα (18).  Η ουσιαστικότερη όμως συμβολή της μοντέρνας τεχνολογίας της ατμοτρομοκρατίας ήταν, οτι χάραξε το δρόμο για το design και άλλων αφηρημένων αντικειμένων. Αυτό κατέστησε δυνατό να αποτελέσουν αντικείμενα διασάφισης και συγκεκριμενοποίησης πάμπολλα λανθάνοντα, όπως λ.χ. η φυσική ποιότητα του αέρα, οι τεχνητές προσμίξεις αλλά και οι κλιματολογικοί παράγοντες που αφορούν τους χώρους διαμονής ανθρώπων. Πρέπει να τονίσουμε εξάλλου οτι η εντατικοποίηση της διασάφισης αποτελεί κοινό παράγοντα του ανθρωπισμού και της τρομοκρατίας. Ο Φρίτς Χάμπερ, που αργότερα τιμήθηκε με το βραβείο Νομπέλ, δεν έπαψε να τονίζει σ όλη του τη ζωή πως είναι ένθερμος πατριώτης και ανθρωπιστής. Θα πρέπει να χαρακτηριστεί διπλά τραγική άρα η αποχαιρετιστήρια ομιλία που εκφώνησε την 1. Οκτώβρη 1933 στο Ινστιτούτο, όπου δήλωνε πως αισθάνεται περήφανος που υπηρέτησε την πατρίδα του και την ανθρωπότητα ολόκληρη.

Η τρομοκρατία καταργεί τη διαφορά μεταξύ βίας ενάντια σε πρόσωπα και βίας ενάντια σε πράγματα απο την περιβαλλοντική πόρτα. Συνιστά εκείνη τη μορφή βίας, που απευθύνεται μεν στα ‘πράγματα’ του περιβάλλοντος των  προσώπων, χωρίς τα οποία όμως τα πρόσωπα δεν μπορούν να υφίστανται ως πρόσωπα. Η βία ενάντια στον αέρα που αναπνέουν συγκεκριμένοι πληθυσμοί ανθρώπων μετατρέπει ολόκληρη την ατμοσφαιρική κουκούλα της ανθρωπότητας σε αντικείμενο διαμάχης. Άν ο αέρας κι η ατμόσφαιρα, που και με τη φυσική αλλά και με την μεταφορική έννοια είναι πρωτογενείς όροι επιβίωσης, έφτασαν να αποτελέσουν αντικείμενο της προγνωστικής και θεραπευτικής διασάφισης με όρους αεροτεχνολογικούς, ιατρικούς, νομικούς, πολιτικούς, αισθητικούς και πολιτιστικοθεωρητικούς, αυτό μπόρεσε να συμβεί μόνο σαν επακόλουθο της ατμοτρομοκρατικής απόπειρας στις συνθήκες αναπνοής και μόνο σαν επακόλουθο αυτής. Εξάλλου πρέπει να διασαφήσουμε οτι η θεωρία του αέρα και η τεχνολογία του κλίματος δεν αποτελούν κλάδους της πολεμικής ή μεταπολεμικής γνώσης που συνοδεύεται  απο μια παράλληλη ‘ειρηνική επιστήμη’ που και καλά προέκυψε σαν δευτερεύον παράγωγο του πολεμικού παροξυσμού (19).  Αντίθετα η κλιματολογία και η θεωρία του αέρα αποτελεί πρωταρχικό και εγγενή κλάδο των μορφών γνώσης της περιόδου αυτής. Και το δεδομένο αυτό διευκρινίζει επίσης, για ποιό λόγο η γνώση αυτού του τύπου προυπήρχε μεν αλλά διαφυλάσσονταν αποκλειστικά ως ανεφάρμοστη. Είναι πιθανόν εξάλλου η ίδια η ιδέα πως υπάρχουν εξπέρ σε θέματα τρομοκρατίας να αποτελεί κι αυτή μια υβριδιακή μορφή γνώσης. Η Τρομοκρατία παρουσιάζεται βέβαια πάντοτε απο τους αυτουργούς της σαν απάντηση σε επίθεση που έχει προηγηθεί απο τον αντίπαλο. Ενώ τα θύματα κι οι μάρτυρες συνήθως την αντιμετωπίζουν σα τετελεσμένο γεγονός. Κι έτσι είναι αδύνατο να μελετήσει κανείς απευθείας τα «αντικείμενα» της τρομοκρατίας, όπως επίσης είναι αδύνατο να διαφύγει κανείς απο τον εκβιασμό για τοποθέτηση που αυτή ασκεί.

Οι εξ επαγγέλματος πάντως αναλυτές της τρομοκρατίας επιδίδονται με αξιοσημείωτη ευφράδεια στην αποσιώπηση της φύσης της τρομοκρατίας και δη στο υψηλότερο επίπεδο της ρητορικής. Αμέτρητες δηλώσεις ειδικών που είδαν το φώς της δημοσιότητας μετά τις επιθέσεις στον ΔΝΤ και το Πεντάγωνο, αποτελούν απόδειξη γι αυτό: Το κοινό περιεχόμενο όλων ανεξαιρέτως των δημοσιευμάτων που αφορούσαν τις επιθέσεις στα κτίρια-σύμβολα των ΗΠΑ, δεν έλεγε παρά «είμαστε κατάπληκτοι οτι μπόρεσε να συμβεί κάτι τέτοιο», με το συμπλήρωμα οτι «επιβεβαιώθηκε πάντως η άποψή μας οτι υπάρχουν κίνδυνοι απο τους οποίους δεν μπορεί κανείς να προστατευτεί απόλυτα». Οι μονότονες δε καμπάνιες για τον «πόλεμο στην τρομοκρατία» που πραγματοποιήθηκαν με απόλυτο συντονισμό μεταξύ τηλεοπτικών σταθμών και Πενταγώνου, δεν έκαναν ούτε μισή αναφορά στο στοιχειώδες δεδομένο, οτι η τρομοκρατία δεν αποτελεί «αντίπαλο» αλλά αποτελεί modus operandi , επιχειρησιακό τρόπο, μέθοδο μάχης δηλαδή, που περικλείει εξ ορισμού και τις δύο διαπλεκόμενες πλευρές. Για αυτό και στερείται παντελούς νοήματος η φράση «πόλεμος στην τρομοκρατία» (20)  η οποία  κι αποτελεί κυριολεκτική ανοησία. Άν ικανοποιήσει κανείς το εγγενές αίτημα του πολέμου να πάρει θέση, κι άν στη συνέχεια εφαρμόσει τον κανόνα της ειρηνευτικής διαδικασίας και δώσει ακρόαση στην αντίπαλη πλευρά, θα διαπιστώσει, οτι η όποια τρομοκρατική πράξη δε συνιστά ποτέ εναρκτήρια πράξη. Η τρομοκρατική πράξη ουδέποτε είναι acte gratuit (21) και δεν είναι ποτέ δυνατό να εντοπιστεί η αφετηρία του γίγνεσθαι του τρόμου. Διότι η τρομοκρατική πράξη εμφανίζεται σαν απάντηση σε επίθεση που έχει δεχτεί η ίδια. Κι απο την οπτική αυτή μπορούμε να πούμε οτι η τρομοκρατία είναι ταυτόσημη με την αντιτρομοκρατία ως προς τη δομή της.  Αυτό ισχύει επίσης και για την πρώτη στιγμή των γεγονότων στην ΄Υπερη το 1915, όχι μόνο επειδή πάραυτα εγκαινιάστηκε η αλυσίδα απαντητικών επιθέσεων σε απαντητικές επιθέσεις, αλλά ιδίως επειδή η γερμανική πλευρά είχε σαν επιχείρημα -που μάλιστα ίσχυε- οτι κι οι Γάλλοι είχαν χρησιμοποιήσει στο παρελθόν βλήματα με χημικά αέρια (22).   Δεν αποτελεί η μεμονωμένη επίθεση του ενός απο τους αντιπάλους το εναρκτήριο λάκτισμα της τρομοκρατίας αλλά η επιλογή κι απόφαση και των δύο πλευρών να δραστηριοποιηθούν στο διευρυμένο πεδίο της αντιπαράθεσης. Μέσα απο την διεύρυνση δε του πεδίου παίρνει σάρκα κι οστά το βασικό αξίωμα της πρακτικής του πολέμου: Εχθρός είναι το αντικείμενο εκείνο, που άν αφαιρεθεί απο το περιβάλλον αυξάνει τις πιθανότητες επιβίωσης του συστήματος. Τρομοκρατία δεν είναι παρά η τελειωτική διασάφιση της έννοιας του Άλλου κάτω απο τους όρους για την εξαφάνισή του (23).

Για να κατασταλάξει και να αξιοποιηθεί το γνωστικό αντικείμενο της τρομοκρατίας δεν αρκεί απλώς η μνήμη της πρακτικής και η αξιολόγηση των δεδομένων που προκύπτουν απο αυτή. Απαιτείται επιπλέον η σαφής διατύπωση αξιωμάτων που με τη σειρά τους εγκαινιάζουν την εξελικτική σπείρα της τεχνολογικής διασάφισης όπως αυτή έλαβε χώρα απο το 1915 και μετά. Και για την καλύτερη κατανόηση του φαινομένου τρομοκρατία πρέπει να την θεωρήσει κανείς πειραματική επιστήμη, η οποία εξερευνά το αντικείμενο της -το περιβάλλον- με επίκεντρο τους όρους που απαιτούνται για την καταστροφή του. Για το σκοπό αυτό αξιοποιεί το γεγονός, οτι οι απλοί κάτοικοι ενός περιβάλλοντος δεν έχουν παρά σχέση user (24) με αυτό, πράγμα που σημαίνει οτι φέρονται να το αντιμετωπίζουν σαν φυσικό δεδομένο. Να λοιπόν μια περίπτωση όπου οι καταστροφείς είναι αναλυτικότεροι απο τους χρήστες. Η αιφνιδιαστική επίθεση αξιοποιεί τη διαφορά ταχύτητας με την οποία ερμηνεύεται αφενός η επίθεση κι αφετέρου το απροστάτευτο αντικείμενο. Ενώ η κατα συρροή τρομοκρατία διαρκείας, εγκαθιστά τέτοιο κλίμα φόβου, που η άμυνα να μήν μπορεί παρά να περιοριστεί στο να αποκτήσει γνώση των δεδομένων της επίθεσης χωρίς όμως να είναι σε θέση να την αποτρέψει. Έτσι η τρομοκρατία γίνεται διαγωνισμός ταχύτητας για τη διαπίστωση νέων αδύναμων στιγμών του αντιπάλου και για την ανάπτυξη της απαραίτητης τεχνολογίας ώστε να αξιοποιηθούν οι αδυναμίες αυτές. Κάθε νέο όπλο τρομοκρατίας διασαφεί και λίγο παραπάνω έναν απο τους όρους της ζωής του αντιπάλου. Κάθε νέος τύπος επίθεσης κάνει ορατές σαν κακό δώρο τις νέες επιφάνειες σημείων αδυναμίας. Τρομοκράτη μπορούμε να ονομάσουμε τον κάθε έναν που χρησιμοποιεί στην πράξη τις διασαφισμένες γνώσεις του γύρω απο τους εγγενείς όρους της ζωής του άλλου. Κι αυτός είναι μάλλον ο λόγος, που μετα απο μεγάλα τρομοκρατικά περιστατικά δημιουργείται η εντύπωση, οτι ότι συνέβη αποτελεί ορόσημο για το μέλλον: Το μέλλον ανήκει στη εξώρρηξη των λανθανόντων αληθειών και στη μετατροπή τους σε διευρυμένο πεδίο μάχης.

Με φόντο τα παραπάνω θα πρέπει να σημειώσουμε οτι κάθε μορφή τρομοκρατίας έχει την ίδια ακριβώς δομή με το αρχικό σχέδιο της ατμοτροκρατίας που περιγράψαμε. Η δομή αυτή συνίσταται στην επιθετική απόπειρα ενάντια στις ζωτικές περιβαλλοντικές συνθήκες του εχθρού, των οποίων μία μόνο αποτελεί ο αέρας που αυτός αναπνέει. Αυτό που απο το 1789 και μετά επικράτησε σα λέγεται terreur κι απο το 1915 και μετά terror σημαίνει κάθε μορφή βάρβαρης, κακιάς και ύπουλης άσκησης βίας στους όρους ζωής του ανθρώπου. Τέτοιες απόπειρες υπήρξαν επίσης και οι απόπειρες δηλητηριάσεων πόσιμου νερού στην αρχαιότητα, η εσκεμμένη διάδοση της πανούκλας με σκοπό την κατάκτηση οχυρωμένων πόλεων, οι εμπρησμοί κατοικιών, οι εγκλεισμοί κι ο καπνισμός πόλεων ή  καταφύγιων, η διάδοση κακών κουτσομπολιών και πάμπολλα άλλα. Η σύγκριση αυτή παρότι θεμιτή παρακάμπτει ωστόσο μιά ριζική διαφορά των παλαιότερων μορφών βίας με την σημερινή τρομοκρατία. Η τρομοκρατική πρακτική πρέπει να καταταχθεί ώς γέννημα και θρέμμα του μοντέρνου, για το λόγο οτι μπόρεσε να ωριμάσει στον πλήρη ορισμό της μόνο αφότου το αξίωμα της απόπειρας στο περιβάλλον ή στις βιολογικές συνθήκες ενός οργανισμού διασαφίστηκε και υλοποιήθηκε κάτω απο όρους τεχνολογικούς. Κι η τεχνολογική αυτή διασάφιση έλαβε χώρα στις 22 Απρίλη 1915 όταν το χλωριούχο νέφος που προέρχονταν απο 5.700 φιάλες αερίου κατευθύνονταν με τη βοήθεια ελαφρού ανέμου απο τα γερμανικά προς τα γαλλικά χαντακώματα μεταξύ Μπισότ και Λαγκεμάρκ. Τις πρώτες βραδινές ώρες της ημέρας αυτής μεταξύ 18.00 και 19.00 η ώρα, οι δείχτες της ιστορίας μετατοπίστηκαν απο την βιταλιστική-ύστερη-ρομαντική φάση του μοντέρνου, στη φάση του ατμοτρομοκρατικού πραγματισμού. Κι όπως σκοπεύουμε να δείξουμε στη συνέχεια, όλες οι καταστροφές του 20. αλλά και των αρχών του 21. αιώνα χωρίς εξαίρεση, ανήκουν στην εξελικτική σπείρα των γεγονότων που έχει την αφετηρία της στα όσα διαδραματίστηκαν εκείνο το βράδυ του Απρίλη στο Δυτικό Μέτωπο, όταν πανικοβλημένοι στη θέα του ωχρού σύννεφου που έρχονταν καταπάνω τους, οι Γάλλοι και Καναδοί στρατιώτες εγκατέλειπαν βήχοντας και κραυγάζοντας τις θέσεις τους.

Τα επόμενα στάδια της τεχνολογικής διασάφισης του γνωστικού πεδίου που κατακτήθηκε την περίοδο του πολέμου γύρω απο μάχιμες κλιματολογικές πρακτικές  διαδραματίστηκαν απο το 1918 και μετά στα πλαίσια της «ειρηνικής χρήσης». Καθώς πλησίαζε το τέλος του πολέμου το μαχητικό μάτι των βερολινέζων χημικών εστίασε την προσοχή του στον κοριό, το κουνούπι, το σκώρο και ιδίως την ψείρα. Προφανώς μετά την απαγόρευση της παραγωγής κάθε μορφής μάχιμων χημικών ουσιών στη  γερμανική επικράτεια, την οποία είχε επιβάλλει η Συνθήκη των Βερσαλλιών, οι επιστήμονες δεν είχαν κατα νού να παραιτηθούν κι εντελώς απο τις συναρπαστικές πτυχές του επαγγέλματός τους. Το Σεπτέμβρη του 1918 ο Φέρντιναντ Φλούρη, ένας από τους στενότερους συνεργάτες του Φρίτς Χάμπερ, εκφωνούσε σε ημερίδα της Γερμανικής Εταιρείας Εφαρμοσμένης Εντομολογίας στο Μόναχο ομιλία προγραμματικού χαρακτήρα με θέμα: «Η συμβολή του Ινστιτούτου Κάιζερ Γουλιέλμος για φυσική χημεία και ηλεκτροχημεία στην καταπολέμηση των παρασίτων». Κατα τη διάρκεια της συζήτησης που ακολούθησε επήρε το λόγο κι ο Φρίτς Χάμπερ εκθέτοντας τη δραστηριότητα της «Επιτροπής Τεχνογνωσίας για την καταπολέμηση παρασίτων» TASCH (25), της οποίας είχε υπάρξει εμπνευστής και ιδρυτικό μέλος, και η οποία είχε ως κύριο αντικείμενό της την αναπροσαρμογή της χρήσης υδροκυανικού οξέος για την καταπολέμηση εντόμων στη γεωργία. Στην τοποθέσή του ο Χάμπερ μεταξύ άλλων ανέφερε: «Η κεντρική ιδέα του εγχειρήματός μας είναι η αξιοποίηση στα πλαίσια της ειρήνης όχι μόνο του υδροκυανικού οξέως αλλά κι όλων των άλλων χημικών ουσιών που ο πόλεμος ανέδειξε ως χρήσιμες» (26). Ο Φλούρη εξέφρασε σχετικά τις αμφιβολίες του λέγοντας οτι «στην περίπτωση της χρήσης αερίων ενάντια σε έντομα είναι εντελώς διαφορετικές οι συνθήκες απο ότι όταν αυτά εισπνέονται μέσω των αναπνευστικών οδών απο θηλαστικά. Ωστόσο πράγματι υφίσταται κάποια αναλογία της δηλητηριαστικότητας των ανώτερων ζώων με εκείνη των εντόμων» (27).  Ήδη το 1920 το ειδικό περιοδικό της Γερμανικής Εταιρείας Καταπολέμησης Παρασίτων Degesch (28), που είχε ιδρυθεί λίγο πριν το τέλος του πολέμου, δημοσίευε έκθεση στην οποία αναφερόταν, οτι απο το 1917 και μετά είχαν διεξαχθεί με την εξελιγμένη τεχνολογία εφαρμογής υδροκυανικού οξέως –με τη μέθοδο του βαρελιού- εκκαθαρίσεις σε περίπου 20 εκατομμύρια κυβικά μέτρα κλειστών χώρων «σε κτίρια, μύλους, καράβια, στρατώνες, σχολεία, σιτοβολώνες κ.ο.κ.». Στην τεχνολογία αυτή ήρθε να προστεθεί το 1920 ένα ακόμη προϊόν που είχαν παράγει ο Φλούρη και οι συνεργάτες του, το οποίο έχοντας τον ίδιο βαθμό τοξικότητας με το υδροκυανικό οξύ είχε επιπλέον την ιδιότητα να εξαπλώνει έντονη δυσάρεστη μυρωδιά, πράγμα που το καθιστούσε ασφαλέστερο για τους ανθρώπους. Το μυστικό της ουσίας αυτής ήταν οτι επιπλέον στο δηλητηριώδες υδροκυανικό περιείχε, αρχικά 10%, αργότερα σε λιγότερο ποσοστό, μιά ουσία ιδαίτερα δύσοσμη και ταυτόχρονα τοξική (λ.χ. υδροχλωρικό μεθυλικό οξύ). Στην αγορά κυκλοφόρησε με το όνομα Zyklon A και πωλείτο με οδηγίες χρήσης για την «καταπολέμηση εντόμων σε κατοικίσιμους χώρους». Είναι αξιοσημείωτο οτι με την παραγωγή του Zyklon Α υλοποιείται για πρώτη φορά και μιά εξειδικευμένη λειτουργική πτυχή του design. Πρόκειται για την κατασκευή των προϋποθέσεων που θα καταστήσουν αντιληπτές στο χρήστη ιδιότητες του προϊόντος που δεν είναι δυνατό να τις αντιληφτεί μα τα αισθητήριά του. Επειδή το κύριο συστατικό του Zyklon A, το υδροκυάνιο, που εξατμίζεται στους 27 βαθμούς Κελσίου, δεν γίνεται αντιληπτό απο τον άνθρωπο, πρόσθεσαν  σ αυτό άλλη ουσία έντονα τοξική και ταυτόχρονα δύσοσμη με σκοπό να προειδοποιεί για την ύπαρξη του κυρίως δηλητηρίου. Απο φιλοσοφική σκοπιά θα λέγαμε οτι κατασκεύασαν την επαναφαινομενοποίηση του αφαινομενικού (29). Άς συγκρατήσουμε όμως οτι η πρώτη μεγάλου μεγέθους εφαρμογή «εξόντωσης» πραγματοποιήθηκε ακριβώς δύο χρόνια μετά την επίθεση στην Ύπερη στις 21 Απρίλη 1917 σε μιά εγκατάσταση μύλων στο Χάιντιγκσφέλτ κοντά στην πόλη Βύρτσμπουργκ. Μόλις 85 χρόνια είχαν μεσολαβήσει απο το θάνατο του Γκαίτε ωσότου έρθει να καθιερωθεί στη γερμανική γλώσσα η λέξη «εξόντωση ευρείας κλίμακας». Στο λεξιλόγιο των χημικά εξοπλισμένων και αποφασισμένων ν αντιμετωπίσουν τους παρασιτικούς οργανισμούς Γερμανών, ήρθαν να προστεθούν επίσης η «αποσκωρίωση» και η «αποποντικοποίηση». Ο ιδιοκτήτης των εν λόγω μύλων ερωτηθείς δήλωσε πάντως πως οι εγκαταστάσεις του παρέμειναν απολύτως καθαρές απο σκώρο για μεγάλο διάστημα.

Η αστική χρήση νεφών υδροκυανικού εφαρμόζονταν σχεδόν αποκλειστικά σε κλειστούς χώρους κτιρίων (εξαίρεση αποτελούσαν τα οπωροφόρα δέντρα που πριν υποστούν κατεργασία καλύπτονταν με στεγανά πλαστικά καλύματα). Στους κλειστούς χώρους ήταν εύκολο να παραχθεί μιά τέτοια συγκέντρωση του δηλητηρίου, ώστε να εξολοθρευτούν οι παρασιτικοί οργανισμοί και ταυτόχρονα τα αυγά τους. Η επιτυχία αυτή οφείλονταν όμως και στην συμπεριφορά του υδροκυανικού οξέος, το οποίο έχει την ιδιότητα να μπορεί να εξαπλώνεται και στις πιό δυσπρόσιτες σχισμές κι οπές. Αρχικά βέβαια η σχέση του προς κατεργασία οριοθετημένου χώρου με τον υπόλοιπο γενικό ατμοσφαιρικό χώρο δεν αποτέλεσε αντικείμενο προβληματισμού. Μετά την επιχείρηση ο κλειστός χώρος απλώς ανοίγονταν ξανά για εξαερισμό, ώσπου οι τιμές συγκέντρωσης του δηλητηρίου να ξαναπέσουν σε επίπεδο αβλαβές τόσο μέσα όσο και έξω (σε κανέναν απο τους επιστήμονες δεν πέρασε απο το μυαλό να μετρήσει τις τιμές αυτές). Το γεγονός οτι ο εξαερισμός του εσωτερικού χώρου επιβάρυνε τον εξωτερικό χώρο δεν ανησυχούσε κανέναν. Το μέγεθος των εσωτερικών χώρων που τύγχαναν χημικού καθαρισμού ήταν αμελητέο συγκριτικά με τον έξω χώρο που αντιμετωπίζοταν ως a priori κι ατελεύτητος. Τα δημοσιεύματα των ειδικών εκδόσεων του κλάδου στις αρχές του 1940 τονίζαν περήφανα, οτι μέχρι τούδε είχαν εκκαθαριστεί γύρω στα 142 εκατομμύρια κυβικά μέτρα χώρου με τη χρήση ενάμισυ εκατομμυρίου κιλών υδροκυανικού- τα οποία απελευθερώθηκαν στην ατμόσφαιρα χωρίς προστατευτικά μέτρα, θα προσθέταμε σήμερα. Σε μεταγενέστερη φάση, όταν πια εντάθηκε το περιβαλλοντικό πρόβλημα, αντιστράφηκαν οι όροι αυτοί με αποτέλεσμα ο εσωτερικός χώρος – στη σημερινή ορολογία: ο κλιματικά ελεγχόμενος χώρος – να αποτελεί την προνομιούχα ζώνη προσφέροντας ευνοϊκές συνθήκες αέρα, ενώ ο έξω χώρος να έχει μεταβληθεί σε ζώνη κινδύνου ή σε εντελώς αβίωτο τόπο.

Στη διάρκεια της δεκαετίας του ‘20 πολλές εταιρείες εκκαθαρίσεων της βόρειας Γερμανίας πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους σε κτίρια, καράβια, αποθήκες, καταυλισμούς, τραίνα και άλλα παρόμοια. Μεταξύ αυτών ήταν και η εταιρεία Τες & Στάμπενοφ (Τέστα) στο Αμβούργο, έτος ίδρυσης 1924, της οποίας το προϊόν Zyklon B έμμελε να αποκτήσει μαύρη διασημότητα (30).  Το γεγονός οτι ένας απο τους δύο ιδρυτές της εταιρείας, ο Μπρούνο Τές, γεννηθείς το 1890, που δικάστηκε ενώπιον βρετανικού στρατιωτικού δικαστηρίου στο κτίριο Κούριο του Αμβούγου το 1946 και αφού καταδικάστηκε σε θάνατο εκτελέστηκε στη φυλακή Χάμμελν, είχε διατελέσει απο το 1915 μέχρι το 1920 συνεργάτης του Φρίτς Χάμπερ στο Ινστιτούτο πολεμικής χημείας συμβάλλοντας απο την πρώτη στιγμή στις ανάπτυξη του πολέμου αερίων, αποτελεί ένα απο τα πιστοποιημένα παραδείγματα της αρραγούς συνάφειας και συνέχειας μεταξύ προσώπων και πραγμάτων στο θέμα της νέας πρακτικής των «εξοντώσεων» πέραν του πολέμου και της ειρήνης. Το προτέρημα του προϊόντος Zyklon B, πατρότητας Δρ. Βάλτερ Χέρντ, ήταν η ιδιότητά του να απορροφάται εύκολα απο ξηρά υλικά, για παράδειγμα χαλίκι, με αποτέλεσμα η μεταφορά του να είναι ασύγκριτα ευκολότερη απο του προγενέστερου υγρής μορφής. Στην αγορά προσφέρονταν σε συσκευασίες των 200 γραμ., 500 γραμ., του 1 κ. και 5 κ.  Απο τη δεκαετία του ‘30 το προϊόν αυτό που αρχικά παράγονταν μόνο στο Ντέσσαου (αργότερα και στην πόλη Κόλιν) ενώ διακινούνταν αποκλειστικά απο την ίδια την Τέστα και τη Γερμανική Συνεταιριστική για την Καταπολέμηση Παρασίτων, είχε ήδη αποκτήσει θέση μονοπωλίου στην  παγκόσμια αγορά των προϊόντων εξόντωσης, με μόνη ίσως εξαίρεση τον κλάδο εκκαθαρίσεων πλοίων, όπου το αρχαιότερο προϊόν  θειϊκού αποτελούσε ισάξιο ανταγνωνιστικό. Την εποχή αυτή είχε επιπλέον αρχίσει να εφαρμόζεται η εξόντωση παρασίτων με τη χρήση σταθερών ή κινητών στεγανών θαλάμων, στους οποίους εσωκλείονταν τα προς καθαρισμό αντικείμενα (χαλιά, στρατιωτικές ενδυμασίες, υφάσματα, έπιπλα κλπ.) για να υποστούν χημική κατεργασία.

Με την έναρξη του Β’ Παγκόσμιου η εταιρεία Τέστα διοργάνωνε κύκλους εκπαίδευσης για τους πολίτες και στρατιωτικούς των Ανατολικών περιοχών. Ένα απο τα αντικείμενα των μαθημάτων αυτών ήταν οι θάλαμοι αερίων. Η εξολόθρευση της ψείρας τόσο στο στρατό όσο και στους κρατούμενους πολέμου αποτελούσε αμείωτα πρωταρχικό καθήκον των επιστημόνων της υγειινής. Στα τέλη του 1941 αρχές του ’42 η Τές & Στάμπενοφ εξέδωσε έντυπο με τίτλο ‘Η μικρή βίβλος Τέστα για το Zyklon‘ με κοινό απεύθυνσης την πελατεία της που ήταν αφενός η Βέρμαχτ στην ανατολή κι αφετέρου τα τάγματα SS. Στην έκδοση αυτή συναντά κανείς σαφείς διατυπώσεις που αφορούν τη στρατιωτικοποίηση των μεθόδων «εξόντωσης» και την ενδεχόμενη χρήση της ουσίας με σκοπό την εξόντωση ανθρώπων. Συγκεκριμένα, οτι η εξόντωση των παρασίτων «δεν επιβάλλεται απλώς απο την λογική της εξυπνάδας αλλά αποτελεί πράξη άμυνας!» (31)  Απο ιατρική σκοπιά μπορεί κανείς να θεωρήσει τη διατύπωση αυτή σαν σχόλιο σχετικό με την επιδημία κίτρινου πυρετού που έχοντας ξεσπάσει το 1941 στο ανατολικό μετώπο είχε στείλλει στο θάνατο 10 απο τους προσβληθέντες.  Λαμβάνοντας υπόψη όμως το γενικό μέσο όρο θνησιμότητας της αρρώστιας αυτής που ανέρχονταν την εποχή εκείνη σε 30%  η θνησιμότητα της επιδημίας του ‘41 δεν μπορεί παρά να λογαριαστεί ως μέγιστη επιτυχία της γερμανικής υγειινής. Απο την άλλη ο ιός του κίτρινου πυρετού Ricketsia prowazekii  μεταδίδεται απο την ψείρα. Τα  γεγονότα που ακολούθησαν δείχνουν αδιαμφισβήτητα οτι ο νομολογικός όρος ‘άμυνα’ συντέλεσε τη σημασιολογική επανασύνδεση της τεχνολογίας δηλητηρίων με τα αντικείμενα του περιβάλλοντος των ανθρώπων. Λίγους μήνες αργότερα είχε γίνει πραγματικότητα η εφαρμογή της αεροτεχνολογίας για την εξόντωση παρασίτων οργανισμών και σε ανθρώπους. Όταν με την ευκαιρία της 25ης επετείου για τη χρήση του υδροκυανικού οξέως στην καταπολέμηση παρασίτων ορισμένα άρθρα χημικών στελεχών της εταιρείας παρουσίαζαν το έργο τους σαν μέγιστη πολιτιστική συμβολή, δεν είχαν επίγνωση οτι οι υπεροπτική τους φρασεολογία κάποτε θα αποκτούσε  μέγιστη σημασία για τη διάγνωση του πολιτιστικού χάρτη μιάς εποχής ολόκληρης.

Στο δράμα που λέγεται διασάφηση των ατμοσφαιρικών δεδομένων κατέχει εξέχουσα θέση η χρονιά 1924. Αφενός διότι τη χρονιά αυτή ιδρύθηκε η εταιρεία Τές & Στάμπενοφ στο Αμβούργο, η οποία παρήγαγε το Zyklon B. Αφετέρου τη χρονιά αυτή το σχέδιο της ατμοτρομοκρατικής εξολόθρευσης οργανισμών εισήχθη για πρώτη φορά στον κώδικα του ποινικού δικαίου ενός δημοκρατικού καθεστώτος. Στις 8 Νοέμβρη 1924  η Νεβάδα των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής εγκαινίασε τον πρώτο θάλαμο αερίων με σκοπό τις εκτελέσεις καταδικασθέντων σε θάνατο κάτω απο ‘ανθρώπινους’ όρους. Το παράδειγμα αυτό μιμήθηκαν έντεκα ακόμη πολιτείες των Ηνωμένων Πολιτειών,  μεταξύ των οποίων και εκείνη της Καλιφόρνιας που απέκτησε μεγάλη δημοσιότητα αφενός χάρις στο διθέσιο και με αρχιτεκτονική οκτάγωνης κρύπτας θάλαμο αερίων της, αφετέρου για την πιθανολογούμενη δολοφονία του Τσέρυλ Τσέσμαν που επέσυρε τη δημόσια κατακραυγή στις 2 Μάη 1960. Οι απαιτούμενες θεσμικές προϋποθέσεις είχαν  αποφαστιστεί ήδη απο τις μεταρρυθμιστικές συνεδριάσεις της βουλής της Νεβάδας το 1921. Ο πρώτος άνθρωπος που θανατώθηκε με τον τρόπο αυτό ήταν ο γεννημένος στην Κίνα Τζέ Γιόν, ο οποίος καταδικάστηκε σε θάνατο με την κατηγορία οτι σκότωσε (στα πλαίσια πολέμου συμμοριών) τον Κινέζο Τομ Κουόγκ Κέ. Στους θαλάμους των Ηνωμένων Πολιτειών οι καταδικασθέντες πέθαιναν αναπνέοντας αναθυμιάσεις υδροκυανικού οξέως που κατασκευάζονταν επι τόπου με την ανάμιξη των παράγοντων σύνθεσης της ουσίας σε ειδικό δοχείο εντός του θαλάμου. Όπως είχε αποδείξει η πολεμική χημεία, κι όπως είχε αποδειχτεί εμπεριστατωμένα επίσης στο πεδίο της μάχης, η εισπνοή του αερίου αυτού εμποδίζει τη μεταφορά του οξυγόνου στα αιμοφόρα αγγεία με συνέπεια να επέλθει ο θάνατος απο εσωτερική ασφυξία.

Η διεθνής κοινότητα των εξπέρ για δηλητηριώδη αέρια και ατμοσφαιρικό design είχε ήδη απο τα τέλη του Α’ Παγκόσμιου αποκτήσει την απαραίτητη ευελιξία ώστε να μπορεί να ικανοποιεί ταχύτατα τόσο υπερατλαντικά όσο κι απο βορρά προς νότο τους τεχνολογικούς νεωτερισμούς που προέκυπταν, καθώς και τις διακυμάνσεις των ηθικών ορίων αποδοχής των εφαρμογών τους. Απο τότε που οι Ηνωμένες Πολιτείες εγκαινίασαν το Έντζγουντ της Βαλτιμόρης, ένα τεραστίων διαστάσεων στρατιωτικό ερευνητικό κέντρο που χρηματοδοτήθηκε μεγαλόκαρδα μετά την εμπλοκή των ΗΠΑ στον  πόλεμο τη χρονιά 1917, διέθεταν συγκρότημα ακαδημαϊκό-στρατιωτικό-βιομηχανικό που προωθούσε την συντονισμένη αξιοποίηση των επι μέρους επιστημονικών κλάδων έρευνας και παραγωγής όπλων με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα απο οτι τα αντίστοιχα γερμανικά κέντρα. Το Έντζγουντ αναδείχτηκε σε κοιτίδα συλλογικής εργασίας (teamwork) που μόνο έναν αποκλειστικά αξιόλογο ανταγωνιστή γνώρισε: την ονειρική κολλεκτίβα (dream team)  του Εθνικού Πειραματικού Εργαστηρίου Λός Άλαμος που απο το 1943 και εξής εντριφούσε σαν ομάδα πεφωτισμένου εξτρεμισμού στο αντικείμενο πυρηνική βόμβα. Οι επιστήμονες, στρατιωτικοί κι επιχειρηματίες συνεργάτες στο Έντζγουοκ είχαν να αντιμετωπίσουν προφανώς κι αυτοί μετά το τέλος του Α’ Παγκόσμιου τη μειωμένη ζήτηση των προϊόντων τους και όφειλαν να αναπροσαρμόσουν το λειτούργημά τους στις συνθήκες της ειρήνης. Ο πατέρας του θαλάμου αερίων της κρατικής φυλακής της Νεβάδα στην πόλη Κάρσον, ο  Ντ. Α. Τάρνερ, είχε υπηρετήσει στη διάρκεια του πολέμου ως ταγματάρχης του ιατρικού αποσπάσματος του στρατού των ΗΠΑ και η συνεισφορά του συνοψίζεται στο ότι αξιοποίησε τις εμπειρίες της πολεμικής εφαρμογής υδροκυανικού οξέος αναπλάθοντάς τες για τη χρήση με σκοπό τις εκτελέσεις ανθρώπων με προδιαγραφές δημοκρατίας κι ειρήνης. Προτέρημα της εφαρμογής της μεθόδου του υδροκυανικού οξέος εντός του θαλάμου εκτελέσεων, συγκριτικά με εκείνη στο ανοιχτό πεδίο μάχης, αποτελούσε το γεγονός οτι στο θάλαμο δεν προέκυπτε το πρόβλημα της σταθεροποίησης της θανατηφόρας συγκέντρωσης. Ακόλουθο ήταν το νέφος το ίδιο να πάψει να κατέχει την πρώτη θέση σαν αντικείμενο προς design, και αυτήν κατέλαβε τώρα ο θάλαμος ο ίδιος αλλά και ο μηχανολογικός εξοπλισμός του. Η χειριστική δυσκολία ωστόσο της σωστής αναλογίας design του νέφους και design του θαλάμου στάθηκε αιτία για μια σειρά απρόβλεπτα ατυχήματα κατα τη διάρκεια εκτελέσεων στις ΗΠΑ. Το ίδιο και οι επιθέσεις με Σαρίν  (32) που πραγματοποιήθηκαν στις 20 Μάρτη 1995 ταυτόχρονα σε περισσότερες απο μία γραμμές του Υπόγειου Ηλεκτρικού στο Τόκυο δείχνουν, οτι οι ιδανικές αναλογίες μεταξύ όγκου αέρα και συγκέντρωσης του αερίου δεν είναι εύκολο να κατασκευαστούν εμπειρικά. Ακόμη και στην περίπτωση που οι εκτελεστές είναι ειδήμονες κι όχι τυχόν μέλη της αιρετικής ομάδας Αουμ-Σινρίκιο που να τυλίγουν τις πλαστικές σακκούλες με το οξύ σε φύλλα εφημερίδων και τις αφήνουν μέσα στα βαγόνια τρυπώντας τες με τη μύτη της ομπρέλας λίγο πριν οι ίδιοι κατέβουν, ενώ οι υπόλοιποι που συνεχίζουν τη διαδρομή να αναπνέουν το δηλητήριο (33).

Η δικαστική εξουσία της Νεβάδας απέκτησε σημαντική θέση στο ιστορικό γύρω απο τη διασάφιση των όρων εξάρτησης του ανθρώπου απο την ατμόσφαιρα, για το λόγο οτι επέδειξε όχι μόνο προγνωστική οξυδέρκεια, μα και ευαισθησία απέναντι στην ποιοτική εκλέπτυνση της σύγχρονης θανάτωσης με χρήση αερίων. Κι αυτό διότι στον εν λόγω τομέα, θα πρέπει να χαρακτηρίσουμε ως μοντέρνο εκείνο, το οποίο πληρεί τον όρο να συνδυάζει την υψηλή αποδοτικότητα με τον ανθρωπισμό – ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει τη μορφή της επίσπευσης του θανάτου μέσω της επίσπευσης της δράσης του δηλητηρίου. Ο Ταγματάρχης Τάρνερ πάντως ήταν βέβαιος πως ο θάλαμος αερίων που είχε εμπνευστεί αποτελεί την ήπια εναλλακτική λύση για τις θανατώσεις καταδικασθέντων, και πρότεινε την αντικατάσταση της ηλεκτρικής καρέκλας στην οποία ο μελλοθάνατος υφίσταται ισχυρές δόσεις ηλεκτρικού ρεύματος, μέχρις ώτου ο εγκέφαλός του ψηθεί κυριολεκτικά κάτω απο το στενά εφαρμοσμένο μεταλλικό κράνος. Απο την αλλη το τεχνολογικό σχέδιο της εκτέλεσης με τη μορφή θαλάμου αερίων αποδεικνύει ατράνταχτα, οτι η διασάφιση δεν αποτελεί ίδιον του πολέμου μόνο. Παρόμοια αποτελέσματα γέννησε κι ο Ανθρωπισμός, που απο τα τέλη του 19. αιώνα διέπνεε την αμερικανική αυθόρμητη φιλοσοφία, η οποία στα πλαίσια του ακαδημαϊκού καθεστώτος έφτασε να πάρει τη μορφή του Πραγματισμού. Ο τελευταίος, αποφασισμένος να υλοποιήσει την  όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερη πρακτική με τον όσο το δυνατόν πιό ανώδυνο τρόπο, αποφάσισε επίσης να αγνοήσει ολοκληρωτικά εκείνα τα δεδομένα, που είδαν το φώς της δημοσιότητας με τη μορφή τών πρακτικών των εκτελέσεων, και τα οποία μιλούσαν για ασύλληπτα δεινά στους θαλάμους αερίων –τόσο που να μη μπορεί κανείς παρά να σκεφτεί, οτι στις Ηνωμένες Πολιτείες του 20. αιώνα έλαβε χώρα η αναβίωση των εκτελέσεων δια βασανισμού, που  είχαν πάψει απο το μεσαίωνα. Επίσημα πάντως η θανάτωση στο θάλαμο αερίων συνέχιζε να θεωρείται αφενός πρακτική αφετέρου ανθρώπινη. Κι απο τη σκοπιά αυτή μπορούμε να πούμε πως ο θάλαμος αερίων της Νεβάδα αποτελεί το ιερό σύμβολο του πραγματιστικού Ουμανισμού. Η επινόησή του ήρθε να εκπληρώσει τον ευαίσθητο και δύσκολο όρο της μοντερνικότητας, που απαιτεί να εξαφανίζονται απο τα δημόσια βλέμματα τα τυχόν σημεία της βαρβαρότητάς της. Κανείς δεν διατύπωσε πιό καθαρά τη συνθήκη των μοντέρνων για την τήρηση του όρου αυτού, όσο ο Ελίας Κανέττι: «Το συνολικό ποσό της ευαισθησίας του πολιτισμένου κόσμου έχει αυξηθεί υπέρμετρα… Την σήμερον συναντάει κανείς μεγαλύτερες αντιδράσεις άν καταδικάσει έναν άνθρωπο σε δημόσιο θάνατο δια πυρός, παρά άν κηρύξει παγκόσμιο πόλεμο» (34).

Η ιδέα της εκτέλεσης σε θάλαμο αερίων που αποτελούσε και νομοτεχνικό νεωτερισμό, προϋπόθετε τον απόλυτο έλεγχο στο πρόβλημα της διαφοράς του εσωτερικού κλίματος ως προς το εξωτερικό. Το ζητούμενο αυτό οδήγησε στην κατασκευή διαφανών διαχωριστικών τοίχων που αφενός απομόνωναν το χώρο της εκτέλεσης, ενώ ταυτόχρονα επέτρεπαν στους παρατηρητές να παρακολουθήσουν την εκτέλεση και να πεισθούν για τον ασφαλή χειρισμό της διαφοράς του αέρα. Έτσι κατασκευάζεται τρόπον τινά ένα έργο εγκατάστασης (installation) της οντολογικής διαφοράς. Θανατηφόρο κλίμα στον εσωτερικό, απόλυτα στεγανοποιημένο κι αδιαπέραστο θάλαμο απο τη μία. Κλίμα για το ευ ζην στο εξωτερικό του θαλάμου,  όπου βρίσκονται οι εκτελεστές κι οι παρατηρητές. Το «Όν» και το «Είναι» τοποθετούνται  εκτός, ενώ η  «Ύπαρξη» και το «αδύνατο Είναι» τοποθετούνται εντός. Τη στιγμή αυτή το να είσαι παρατηρητής σημαίνει να γίνεσαι παρατηρής της αγωνίας θανάτου των άλλων, έχοντας το προνόμιο της θέας της εξόντωσης ενός ζωντανού μέσα απο την καταστροφή του περιβάλλοντός του. Σε ορισμένες περιπτώσεις και οι θάλαμοι αερίων των γερμανικών στρατοπέδων συγκέντρωσης ήταν εξοπλισμένοι με πρατηρητήρια, τα οποία επέτρεπαν στους εκτελεστές να ασκούν το προνόμιό τους αυτό του παρατηρητή.

Απο την άποψη της κατασκευαστικής τεχνολογίας, η οποία με την ακριβή της σημασία εννοεί τη διασάφιση των μεθόδων εκείνων που έχουν ως αποτέλεσμά τους  νεκρά σώματα, ο θάλαμος αερίων της Νεβάδα αποτελεί – παρότι δεν μιμήθηκαν το παράδειγμα αυτό πολλές απο τις Πολιτείες – ορόσημο του έλλογου εξτρεμισμού του 20. αιώνα. Την στιγμή που ο Χάιντεγγερ εν έτει 1927 μιλούσε με φονταμενταλιστική οντολογική πολυπλοκότητα για το «Είναι» και την «Ύπαρξη-προς-το-θάνατο», η αμερικανική εκτελεστική εξουσία σε συνεργασία με εκτελεστές ιατρικούς επιστήμονες έθετε σε λειτουργία το μηχάνημα που καθιστούσε την αναπνοή-προς-θάνατο οντικά ελεγχόμενη πρακτική. Το «προτρέχειν» στο θάνατο αντικαταστάθηκε έτσι με το καθεστώς της παγιδευμένης ανάσας.

Δεν χρειάζεται να διηγηθούμε και να πιστοποιήσουμε με αναφορές το πώς συγχωνεύτηκαν οι δύο αυτοί τύποι θαλάμων αερίων, οι οποίοι απο τη δεκαετία του ‘30 και μετά υφίσταντο ταυτόχρονα ως παράλληλες εκδοχές. Θα αρκεστούμε εδώ να σημειώσουμε οτι καταλύτης της συγχώνευσης αυτής αποτέλεσε εκείνο το κομμάτι της γερμανικής διανόησης των SS, που αφενός έχαιρε συμβουλευτικής υποστήριξης απο τη βιομηχανία καταπολέμησης παρασίτων, αφετέρου δε έχαιρε της απόλυτης επικρότησης απο τη μεριά της καγκελαρίας του Βερολίνου για κάθε είδους «πρωτότυπες» επιλογές που εντάσσονταν στους σκοπούς της υλοποίηση της απόφασης του Χίτλερ σχετικά με την «οριστική λύση του εβραϊκού ζητήματος», η οποία απο το καλοκαίρι του 1941 και μετά αποτελούσε μυστική μεν, αλλά απο στόμα σε στόμα σαφώς ρητή διαταγή και πρώτο θέμα της ημερήσιας διάταξης των επιλεγμένων συνδέσμων των SS. Εκείνοι, έχοντας επωμιστεί το σημαντικό αυτό έργο, και έχοντας όλα τα περιθώρια να λαμβάνουν πρωτοβουλίες και να τις πραγματοποιούν, βάλθηκαν να εκπληρώσουν ολοκληρωτικά το καθήκον τους.

Για τη συγχώνευση των δύο σχεδίων, αφενός δηλαδή της καταπολέμησης παρασίτων κι αφετέρου της εκτέλεσης ανθρώπων με υδροκυανικό οξύ, αποτέλεσαν  έμπρακτα προηγούμενα δεδομένα τόσο οι φόνοι κρατουμένων πολέμου με τη χρήση εξατμίσεων μηχανών  (στο Μπελζέκ, στο Χέλμο και αλλού), όσο και οι μαζικοί φόνοι αρρώστων σε γερμανικά ψυχιατρεία με ντούς αερίων που διεξάγονταν σε κινητούς θαλάμους πάνω σε φορτηγά αυτοκίνητα.

Στην ήδη εξελιγμένη σπείρα της διασάφισης των λανθανόντων αληθειών των ατμοσφαιρών με τεχνολογικά υποστηριζόμενη τρομοκρατία, ήρθε να προστεθεί ο παράγοντας Χίτλερ σαν πολλαπλασιαστικός παράγοντας. Αναμφίβολα η κλιμάκωση του εξτρεμισμού που έλαβε χώρα μετά το 1941 κάτω απο τον τίτλο «πολιτική για το Εβραϊκό», μεσολαβούνταν ήδη απο τη δεκαετία του 20 απο τη δυναμική των μεταφορικών εκφράσεων γύρω απο την καταπολέμηση παρασίτων, τις οποίες ο Χίτλερ είχε συμπεριλάβει στη ρητορική γραμμή του κόμματος των Εθνικοσοσιαλιστών, και οι οποίες απο το 1933 και μετά είχαν ανέρθει σε επίσημη ορολογία του δημόσιου και με το κόμμα πλήρως εναρμονισμένου λόγου. Η ψευτοκανονιστική λειτουργία της φρασεολογίας για την «εξόντωση των βλαβερών για το λαό στοιχείων» (που συμπεριλάμβανε τη μαύρη αγορά, τα ανέκδοτα με αντικείμενο τον Φύρερ, την κριτική του συστήματος, την έλλειψη πίστης για το μέλλον) αποτέλεσε τη ζύμη με την οποία οι οδηγητές του Εθνικοσοσιαλιστικού κινήματος μπόρεσαν να διαχειριστούν την ιδιάζουσα και  εκκεντρική τους αντίληψη για τον αντισημιτισμό ωσάν αυτή να αποτελούσε μια ιδιαίτερη απόχρωση της γερμανικής εμμονής στην καθαριότητα. Κι αυτή μπορεί μεν να μην εκλαικεύτηκε πλατιά, ωστόσο επικροτήθηκε πλατιά και βρήκε πολλούς μιμητές. Η μεταφορική χρήση της ορολογίας για την καταπολέμηση παρασίτων την ίδια εποχή γνώρισε και τη σταλινική της εκδοχή, η οποία και γέννησε την πιό συνολική στρατηγική σ ότι αφορά την τρομοκρατία στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, παρότι δεν πραγματοποίησε μαζικές εξ»ον»τώσεις. Στον πυρήνα των θαλάμων αερίων και στα κρεματόρια του Άουσβιτς και άλλων στρατοπέδων συναντάμε την σε πράξη μεταλλαγμένη χρήση μιας γλωσσικής μεταφοράς για την καταπολέμηση «παρασίτων οργανισμών». Η δε ρήση «ιδιαίτερη μεταχείρηση» εννούσε την έμπρακτη κυριολεξία,  δηλαδή την χωρίς αναπροσαρμογές στο νέο αντικείμενο, εφαρμογή της μεθόδου εξόντωσης εντόμων σε ανθρώπινους πληθυσμούς. Η έμπρακτη αυτή μεταφορά είχε δε λόγους να διστάσει να κάνει χρήση και των προφανέστερων μέσων εξ«όν»τωσης, δηλαδή του Zyklon B, ενώ προχωρούσε ταυτόχρονα με φανατική πίστη και λεπτομέρεια, στην κατασκευή εγκαταστάσεων με βάση το πρωτότυπο της εντομοκτονίας εντός θαλάμου. Για το πραγματιστικό πνεύμα των εκτελεστών αποτελούσαν απολύτως λογικά συνυφασμένα δεδομένα αφενός η ψυχωτική έκδραση μιας γλωσσικής μεταφοράς κι αφετέρου η υπηρεσιακή ρουτίνα της εφαρμογής των  μέτρων.

Οι ερευνητές της ιστορίας του ολοκαυτώματος έχουν δίκιο να θεωρούν το μίγμα απο αμόκ και ρουτίνα σαν το κεντρικό επιχειρησιακό συστατικό του Άουσβιτς. Το γεγονός οτι το Zyklon B  – όπως λένε αρκετές μαρτυρίες – πολλές φορές μεταφέρονταν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης με οχήματα του Ερυθρού Σταυρού, αποτελεί όχι μόνο ένδειξη για την υστερικού τύπου ιατρικοποίηση και το πνεύμα υγειινής που διέπνεαν τα «μέτρα», αλλά και για το προφανώς αναγκαίο καμουφλάρισμα των «μέτρων» αυτών. Σε έκδοση περιοδικού δημοσιευμένη το 1941 με τίτλο Πρακτικός οδηγός αποστείρωσης, ο αρθρογράφος γιατρός χαρακτήριζε τους Εβραίους ως αποκλειστικούς φορείς σχεδόν όλων των επιδημιών, πράγμα που για την ευρύτερη χρονική περίοδο αποτελούσε μεν συνηθισμένη έκφραση, κάτω απο το πρίσμα όμως της συγκεκριμένης χρονικής στιγμής δεν ήταν άλλο απο άμεση κι απερίφραστη απειλή. Οτι το εντομολογικό και το πολιτικό φαντασιακό είχαν συνυφανθεί σε καθεστώς, επιβεβαιώνεται κι απο απόσπασμα του ημερολογίου του υπουργού προπαγάνδας του Ράιχ Γκαίμπελς στις 2 Νοέμβρη του ίδιου χρόνου: «Οι Εβραίοι δεν είναι παρά οι ψείρες της πολιτισμένης ανθρωπότητας» (35). Οι φράσεις αυτές φανερώνουν συν τοις άλλοις πως ο Γκαίμπελς επικοινωνούσε με τον εαυτό του ωσάν  ο δημαγωγός με τα πλήθη. Η κακία είναι φαίνεται όπως και η ανοησία αυτοϋπνωτιστική.

Μέσα στο στρατόπεδο του Άουσβιτς-Μπίρκεναου και σε ειδικά μετασκευασμένο αγροτικό κτίριο (γνωστό με το όνομα «καταφύγιο Ι») τέθηκαν σε «λειτουργία» τον Ιανουάριο του 1942 δύο θάλαμοι αερίων. Σύντομα διαπιστώθηκε η ανάγκη επέκτασης των μέτρων. Μέσα σε λίγο διάστημα οι θάλαμοι πλήθυναν. Τη Νύχτα της 13. προς 14. Μαρτίου 1943 δολοφονήκαν στο υπόγειο Ι του κρεματορίου ΙΙ του Άουσβιτς χίλιοι τετρακόσιοι ενενήντα δύο «ανίκανοι προς εργασία» Εβραίοι απο το Γκέτο του Κράκαου. Με την χρήση 6 κιλών Zyklon B επιτεύχτηκε η συνιστώμενη απο τη εταιρεία DEGESCH  για αποψείρωση, συγκέντρωση περίπου 20 γραμμαρίων υδροκυανικού οξέος ανα κυβικό μέτρο αέρα. Το επόμενο καλοκαίρι το υπόγειο του κρεματορίου ΙΙΙ ανακαινίστηκε και προστέθηκαν αεροστεγείς τζαμαρίες δεκατεσσάρα ψεύτικα ντούς. Την άνοιξη του 1944 η τεχνολογική πρόοδος προσέφερε στο Άουσβιτς την ηλεκτρική εγκατάσταση μικροκυμάτων για την αποψείρωση εργατικών και στρατιωτικών ενδυμασιών. Ο Φύρερ των SS Χίμμλερ διέταξε το Νοέμβρη του ίδιου χρόνου την αναστολή των θανατώσεων με δηλητηριώδη αέρια. Σύμφωνα με τις πιό μέτριες απο τις σοβαρές εκτιμήσεις, μέχρι εκείνη τη στιγμή είχαν δολοφονηθεί περίπου επτακόσιες πενήντα χιλιάδες άνθρωποι. Το χειμώνα του 1944 ολόκληρα τάγματα είχαν ώς αντικείμενο της εργασίας τους την εξαφάνιση των αεροτρομοκρατικών εγκαταστάσεων πριν προλάβουν να φτάσουν οι σύμμαχοι. Στα γραφεία των εταιρειών Ντέγκες στη Φρανκφούρτη, εκείνα της Τές & Στάβενοφ στο Αμβούργο καθώς και αυτά της Χέρντ-Λίντερ στη Φρανκφούρτη, που εν γνώση του σκοπού  για τον οποίο θα χρησιμοποιούνταν το προϊόν τους το είχαν προμηθεύσει στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, αποφάσισαν οτι ορισμένα έγγραφα ορισμένων εμπορικών συναλλαγών καλό θα ήταν να μην τα διατηρήσουν στα πρωτόκολλά τους.

Παραπομπές:

1) Τα στοιχεία βασίζονται στην παρουσίαση του Ντίτερ Μαρτινέτς: Ο πόλεμος αερίων 1914-1918. Επινόηση, χρήση και παραγωγή μάχιμων χημικών ουσιών, η συνεργασία στρατιωτικής ηγεσίας, επιστήμης και βιομηχανίας, Βόννη 1996. Με ελάχιστες αποκλίσεις σ ότι αφορά την ώρα και τις ποσότητες, τα στοιχεία αυτά συμπίπτουν με εκείνα της μονογραφίας του Όλιβερ Λέπικ: Ο μεγάλος χημικός πόλεμος 1914-1918, Παρίσι 1998.

2) Ζ.-Ζ. Ενρί Μορντάκ: Le drame de l’Yser, Παρίσι, 1933. Απόσπασμα με βάση Ρ. Χάνσλιαν (Εκδότης): O χημικός πόλεμος, 3. έκδοση, Βερολίνο 1935, Σελ. 123-124

Βλ. Μάρτινετς, Σελ. 23 κ.ε. .

3) Ο καθηγητής Φρίτς Χάμπερ (1868-1934) την περίοδο του πολέμου ήταν επίσης εισηγητής του μαθήματος «πόλεμος με χημικά» στο υπουργείο πολέμου. Το 1933 αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Γερμανία επειδή ήταν Εβραίος, ενώ το αμέσως προηγούμενο καλοκαίρι είχε διατελέσει σύμβουλος της κυβέρνησης του Ράιχ στο θέμα της επαναφοράς χημικών όπλων στο στρατό. Πέθανε το 1934 στη Βασιλεία μετά απο σύντομη διαμονή στην Αγγλία και ενώ βρισκόταν καθοδόν για την Παλαιστίνη. Αρκετοί απο τους συγγενείς του βρήκαν το θάνατο στο Άουσβιτς. Στην ιστορία της στρατιωτικής επιστήμης το όνομα Φρίτς Χάμπερ συνδέεται με το ονομαζόμενο ‘γινόμενο Χάμπερ’ που προκύπτει απο τον πολλαπλασιασμό της συγκέντρωσης του δηλητηρίου με το χρόνο έκθεσης ( c-t ). Ο Χάμπερ μετά το 1918 συνέχισε την ενασχόλησή του με τα θέματα αυτά στα πλαίσια των αστικών τομέων εφαρμογής τους και ιδίως στον τομέα της καταπολέμησης παρασίτων στη γεωργία. Όταν του απονεμήθηκε το βραβείου Νομπέλ της χρονιάς 1918 για τη σύνθεση της αμμωνίας, στην Αγγλία και τη Γαλλία που το όνομά του συνδέονταν κυρίως με την οργάνωση του χημικού πολέμου ξέσπασαν κύματα διαμαρτυρίας.

4) Μαρτίνετς, ο.π. Σελ.24

5) Σαίξπηρ, ‘Ο έμπορος της Βενετίας’, 4. πράξη, 1. σκηνή

6) Πβλ. Γκ. Β. Φ. Χέγκελ: Φαινομενολογία του πνεύματος, Φρανκφούρτη 1970, Σελ. 432 κ.ε. Σύμφωνα με τον Χέγκελ  στην τρομοκρατική πράξη  υλοποιείται η «κρυφή, απόλυτη, σκληρή στεγνότητα και η ιδιόμορφη στιγμιαία υπόσταση της πραγματικής αυτοσυνείδησης… Έτσι το μοναδικό έργο και η μοναδική πράξη της γενικής ελευθερίας είναι ο θάνατος, και μάλιστα ο τέτοιος θάνατος που στερείται τόσο εσωτερικού εύρους όσο και εκπλήρωσης, μιάς και εκείνο που αρνείται, είναι το ανεκπλήρωτο σημείο του απόλυτα ελεύθερου εαυτού. Πρόκειται άρα για τον πιό παγερό, τον πιό ανούσιο θάνατο απ όλους, που η σημασία του δεν είναι πιό μεγάλη απο αυτήν μιάς μαχαιριάς σε ένα λάχανο ή μιάς γουλιάς νερό» (Σελ. 436).

7) Πβλ. Α. Καμύ: L’ homme révolté, Παρίσι 1951, Γερμ. Μτφρ. Αμβούργο 1953/1991, Σελ. 121-198, με έμφαση στη διαφορά μεταξύ ιδιωτικής και κρατικής τρομοκρατίας.

8) Πρβλ. Γιοάχιμ Φέστ: Χίτλερ. Μία βιογραφία, Μόναχο 2000, Σελ. 205.

9) Επειδή και οι δύο πλευρές είχαν επίγνωση οτι παραβίαζαν τις συνθήκες πολέμου, παραιτήθηκαν φυσικά απο το δικαίωμά τους να καταγγείλλουν την αντίπαλη κυβέρνηση για τη χρήση δηλητηριωδών αερίων. Το επιχείρημα μάλιστα του καθηγητή Πανεπιστημίου Χάμπερ οτι το χλώριο δεν αποτελεί δηλητήριο παρα μόνο ερεθιστικό αέριο και οτι κατα συνέπεια δεν εμπίπτει η χρήση του στη συνθήκη της Χάγης, διασώθηκε ως τις μέρες μας σαν επιχείρημα εξιλέωσης του γερμανικού έθνους.

10) Πβλ. Γιόργκ Φρίντριχ: Καθεστώς πολέμου: Ο Γερμανικός στρατός στη Ρωσία 1941-1945. Η δίκη της ηγεσίας της Βέρμαχτ, Μόναχο 1993.

11) Αυτή η μετατόπιση είχε ήδη συντελεστεί με τη χρήση των διαχυτικών όπλων.

12) Πρβλ. Ν. Φέργκουσον: Ο ύπουλος πόλεμος. Ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος και ο 20. αιώνας, Μόναχο 2001, Σελ. 290: «Με την καταστροφική ορμή των  χειροβομβίδων αντισταθμίζονταν η γενικότερη έλλειψη ευστοχίας.»

13) Η μονογραφία του Ρίχαρντ Χάμπλυν “Η εφεύρεση των νεφών. Πώς ένας ανώνυμος μετεωρολόγος εξερεύνησε τη γλώσσα του ουρανού”, Φρανκφούρτη 2001, περιγράφει τη δημιουργία μιάς λευκής νεφολογίας στις αρχές του 19. αιώνα. Τα σημαντικότερα επιστημονικά παράγωγα της πολεμικής προπαγάνδας καθώς και την αναίρεσή τους απο την απολυταρχική μαζική επικοινωνία βρίσκονται συνοψισμένα στη θεωρία του Χέρμαν Μπρόχ για το φαινόμενο της μαζικής ψύχωσης, παρβλ. Ελίας Κανέττι: Χέρμαν Μπρόχ. Ομιλία για την 50. επέτειο γενεθλίων, στο έργο του ιδίου: Η συνείδηση των λέξεων, Δοκίμια, Φρανκφούρτη 1981, Σελ. 22.

14) Βλ. Μάρτινετς, ο.π. Σελ. 93

15) Ο Φρίτς Χάμπερ το ονόμασε έτσι απο τη συγχώνευση των ονομάτων των επιστημονικών υπεύθυνων, αφενός του Δρ. Λόμμελ (της Μπάγιερ, Λέβερκούζεν) αφετέρου του Δρ. Στάινκοπφ (συνεργάτης του Χάμπερ στο Ινστιτούτο Κάιζερ Γουλιέλμος για φυσική χημεία και ηλεκτροχημεία, που στη διάρκεια του πολέμου ονομάζονταν “πρωσικό στρατιωτικό ινστιτούτο”). Λόγω της μυρωδιάς του ονομάστηκε επίσης “αέριο της μουστάρδας”, ενώ στην  καταστροφική του δραστικότητα οφείλει την άλλη του ονομασία ως “ουσία των Ούννων”. Τέλος απο  το όνομα της περιοχή όπου πρωτοχρησιμοποίηθηκε πήρε το όνομα “Υπερίτης”.

16) Η κατώτερη ιεραρχικά διάκριση του γερμανικού στρατού (Σ.τ.Μ.)

17) Για τη μή χρησιμοποίηση χημικών όπλων στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο βλ. Γκύντερ Γκέλερμαν: Ο πόλεμος που δεν έλαβε χώρα. Δυνατότητες, Σκεπτικά και αποφάσεις της ανωτάτης γερμανικής πολεμκής ηγεσίας γύρω απο τη χρήση χημικών ουσιών στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, Κόμπλεντς 1986.

18) Πρβλ. Μαρτίνετς, Σελ. 70

19) (Στο πρωτότυπο: Σκιά του άγχους, Σ.τ.Μ.) Σχετικά με τη διατύπωση σκιά του άγχους πρβλ. Χάινερ Μύλμαν: Η φύση των πολιτισμών, Σχέδιο για μια γενετική θεωρία του πολιτισμού, Βιέννη/Ν. Υόρκη 1996.

20) Νόημα θα είχε ωστόσο η οργάνωση και εφαρμογή μέτρων αστυνομικού αλλά και στρατιωτικού τύπου  με σκοπό την αντιμετώπιση ομάδων, οι οποίες με την μέθοδο της απόπειρας βάλλονται εναντίον συμβόλων, θεσμών ή προσώπων.

21) Η φράση κατάγεται απο τον Αντρέ Ζίντ και συγκεκριμένα το διήγημά του ‘Le Prométhée mal enchaine’, χαρακτηρίζει δε την πράξη φόνου που στερείται προηγούμενου. Διάσημο παράδειγμα της λογοτεχνίας για τον όρο αυτό αποτελούν οι φόνοι του Ρασκόλνικωφ (Ντοστογιέφσκι: Έγκλημα και τιμωρία) (Σ.τ.Μ.).

22) Η επίθεση με χλώριο στην Ύπερη δεν αποτελούσε απόλυτη πρεμιέρα ούτε για τους Γερμανούς, οι οποίοι είχαν ήδη το Γενάρη του 1915 πειραματιστεί στο Ανατολικό Μέτωπο με χειροβομβίδες Τ12, που περιείχαν χημικές ουσίες. Οι Τ12 χρησιμοποιήθηκαν επίσης το Μάρτιο του 1915 στο Νιουπόρτ του Δυτικού Μετώπου.

23) Ο όρος εξαφάνιση αποτελεί απλοποιημένη μορφή της κλασσικής έννοιας του σαδισμού όπως την περιέγραψε ο Σάρτρ. Ενώ όμως ο σαδισμός εννοεί την ιδιοποίηση της ελευθερίας του άλλου, η εξαφάνιση αποσκοπεί στην απελευθέρωση του περιβάλλοντος απο την ελευθερία του άλλου.

24) Χρήστης της επιφάνειας ενός μέσου (Σ.τ.Μ.)

25) Απο τα αρχικά των λέξεων που συνθέτουν το γερμανικό όνομα (Σ.τ.Μ.).

26) Βλ. Γιούργκεν Κάλτχοφ και Μάρτιν Βέρνερ: Οι έμποροι του  Zyklon Β Τες &  Στάμπενοφ. Η ιστορία μιάς εταιρείας μεταξύ Αμβούργου και Άουσβιτς, Αμβούργο 1998, Σελ. 24.

27) ο.π., Σελ. 25.

28) Απο τα αρχικά του γερμανικού ονόματος (Σ.τ.Μ.).

29) Λαμβάνοντας υπόψη οτι η χρήση ενός τέτοιου προϊόντος  στην εξολόθρευση ανθρώπων θα ήταν μάλλον απρόσφορη, προμήθευαν στα Τμήματα Υγιεινής του Άουσβιτς, του Οράνιενμπούργκ και άλλων στρατοπέδων συγκέντρωσης,  μιά παραλλαγή του Zyklon B, που δεν ήταν εμπλουτισμένη με το εφφέ της προειδοποίησης. Πρβλ. Κάλτχοφ και Βέρνερ, ο.π. Σελ. 162 κ.ε..

30) Βλ. Κάλτχοφ και Βέρνερ, ο.π. Σελ. 56 κ.ε. και Σελ. 241.

31) Βλ. Κάλτχοφ και Βέρνερ, ο.π., Σελ. 45-102.

32) Το πολεμικό αέριο σαρίν (Τ144) παρήχθηκε το 1938 στο Τμήμα Ερευνών της εταιρείας I.G. Farben, την οποία διηύθηνε ο Δρ. Γκέρχαρτ Σράντερ. Η τοξικότητα του αερίου αυτού είναι εκατονταπλάσια απο εκείνη του υδροκυανικού οξέος. Με δεδομένο χρόνο έκθεσης στο αέριο σαρίν αρκεί ένα γραμμάριο για το θάνατο χιλίων ανθρώπων.

33) Βλ. Χαρούκι Μουρακάμι: Underground. Η επίθεση αερίου στο Τόκυο και η γιαπωνέζικη ψυχολογία, Λονδίνο 2001. Επίσης ο συγγραφέας Γιόζεφ Χάσλινγκερ μας πρόσφερε μια αυστριακή παραλλαγή του τρομοκρατικού ατού κόνσεπτ: Στο αστυνομικό μυθιστόρημα “Χοροεσπερίδα”, Φρανκφούρτη 1995, διηγείται τη φανταστική ιστορία της κατάληψης ενός κτιρίου μεγέθους σαν της Όπερας της Βιέννης, απο ομάδα εγκληματιών που μετατρέπουν το κτίριο σε θάλαμο αερίων μεγάλου μεγέθους.

34) Ελίας Κανέττι: Η συνείδηση των λέξεων. Δοκίμια, Φρανκφούρτη 1981, Σελ. 23.

35) Βλ. Γκαίτς Άλυ: Τελική λύση. Οι μετατοπίσεις πληθυσμών και ο φόνος των Εβραίων της Ευρώπης, Φρανκφούρτη 1995, Σελ. 374. Οι φρασεολογίες μίσους αποτέλεσαν αντικείμενο γλωσσολογικής και ηθικοφιλοσοφικής ανάλυσης τα τελαυταία μόλις χρόνια. Βλ. σχ. Γιούντιτ Μπάτλερ: Μιλά το μίσος.  Για την πολιτική της παραστατικότητας, Βερολίνο 1998.


Advertisements
Leave a Comment

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: