Skip to content

Boris Groys: Καθεστώς Υποψίας

Boris Groys: Unter Verdacht, München 2000.
Ελληνική μετάφραση: MPa | Berne 2006.

Εισαγωγή

Το βιβλίο ετούτο προέκυψε απο την επιθυμία μου να απαντήσω στο ερώτημα ποιός φορέας είναι αυτός που στηρίζει τα αρχεία του πολιτισμού μας και με ποιό τρόπο αυτός ο φορέας μπορεί και διασφαλίζει την ύπαρξη των αρχείων μέσα στο χρόνο.
Το παραπάνω ερώτημα δεν έχει πάψει να με απασχολεί απο την εποχή που έγραφα το βιβλίο Για το Νέο.  Είναι όμως σκόπιμο να εκθέσω καταρχήν τους λόγους που με ώθησαν στη σύλληψη και διατύπωση του ερωτήματος αυτού. Στο βιβλίο Για το Νέο παρουσίασα μια γενική ανάλυση της ‘πολιτιστικής οικονομίας’, του τρόπου δηλαδή, με τον οποίο συντελείται η ανταλλαγή πολιτιστικών αξιών μεταξύ του χώρου εντός και εκείνου εκτός των αρχείων. Στο αρχείο συλλέγονται και φυλάσσονται τα αντικείμενα εκείνα που ένας συγκεκριμένος πολιτισμός τα αξιολογεί σαν σημαντικά. Όσα αντικείμενα δεν αξιολογούνται σαν τέτοια δεν συγκαταλέγονται επίσης και στο αρχείο αλλά παραμένουν έξω απο αυτό, στο χώρο της προφάνειας. Ταυτόχρονα είναι ολοκάθαρο, οτι τα ίδια τα πολιτιστικά αρχεία διαρκώς ανανεώνονται: Αφενός εισάγονται στο αρχείο όλο και νέα αντικείμενα που προέρχονται απο το χώρο της προφάνειας, αφετέρου κάποια απο τα αντικείμενα που βρίσκονται εντός του αρχείου καθαιρούνται απο τη θέση τους αυτή και εξοστρακίζονται απο αυτό.

Στο βιβλίο “Για το Νέο” προσπάθησα λοιπόν να απαντήσω στο ερώτημα, με ποιά κριτήρια επιλέγει κι αποφασίζει ένας πολιτισμός να απονείμει αξία σε ένα αντικείμενο του χώρου της προφάνειας και να το συμπεριλάβει στη συλλογή του αρχείου. Κι επιπλέον και στο ερώτημα: Πώς εξηγείται το γεγονός, οτι το αρχείο δεν παραμένει ταυτόσημο με το εαυτό του παρά μεταβάλλεται διαρκώς με το να εισάγονται σ αυτό όλο και νέα αντικείμενα.

Η πιό διαδεδομένη απάντηση στο παραπάνω ερώτημα μας λέει, οτι το αρχείο συλλέγει εκείνα τα αντικείμενα που είναι σημαντικά για τη ζωή, για την ιστορία και για τους ανθρώπους, για το λόγο οτι έχει επιφορτιστεί με το λειτούργημα να αναπαριστά τη ζωή που βρίσκεται έξω απο αυτό. Προφανώς όμως οι αντιλήψεις όσον αφορά το τί είναι και τί δεν είναι σημαντικό για τη ζωή και τους ανθρώπους ποικίλλουν. Κι έτσι άν το αρχείο αναπαριστά την πραγματικότητα, η  αναπαράσταση αυτή δεν μπορεί παρά να είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών γύρω απο το ζήτημα της αναπαράστασης, ενώ απο την άλλη οι πολιτικές αυτές οι επιλογές προκύπτουν με τη σειρά τους μέσα απο πολιτικές διαμάχες και αγώνες γύρω απο την επίμαχη αναπαράσταση. Κι αναμφισβήτητα διεξάγονται ασταμάτητα έντονες διαμάχες, αφενός για το τί οφείλει να αναπαρασταθεί εντός των αρχείων, αφετέρου για το ποιοί θα διοικούν το αρχείο και θα παίρνουν τις αποφάσεις για την αρχειοθέτηση ή μή των αντικειμένων. Απο μια πρώτη άποψη φαίνεται οτι το όλο θέμα είναι απλώς θέμα εξουσίας, που δηλαδή συνίσταται στο οτι κάποιοι κατέχουν τις αποφασιστικές θέσεις εντός της διοίκησης των αρχείων και καθορίζουν ποιά αντικείμενα θα εισαχθούν σ αυτό και ποιά όχι. Είναι άρα φυσικό ακόλουθο ο δημόσιος διάλογος γύρω απο την επάνδρωση των θέσεων εξουσίας του αρχείου και τις επιλογές για την εισαγωγή ή τον αποκλεισμό αντικειμένων σ αυτό, να διεγείρει τα δημόσια πνεύματα. Όπως συμβαίνει εξάλλου πάντοτε, όταν πρόκειται για ζητήματα που θεωρούνται πολιτικά, για τα οποία δηλαδή όχι μόνο δικαιούται κανείς να έχει προσωπική άποψη, μα πολύ περισσότερο είναι υποχρεωμένος να πάρει θέση γι αυτά. Οι διάλογοι αυτού του τύπου συνήθως εξελίσσονται κατα το ακόλουθο σχήμα: Μιά ομάδα λέει οτι ένα αντικείμενο είναι σημαντικό κι οτι το αντικείμενο που έχει επιλέξει μια άλλη ομάδα είναι ασήμαντο. Τελικά μία απο τις επιλογές υπερνικά και αναγκαστικά απο τη νικήτρια σκοπιά το αντικείμενο που έχει επιλέξει θεωρηθείται ασήμαντο. Κι επειδή δεν είναι σαφές γιά ποιό λόγο επικράτησε η μία επιλογή της άλλης, η κοινή γνώμη βγάζει το συμπέρασμα, οτι η όλη διαδικασία δεν αποτελεί παρά μοχθηρό παιχνίδι, του οποίου η έκβαση καθορίζεται απο ίντριγκες, σκοτεινά κέντρα εξουσίας και κυρίως χρήμα.

Άν όμως εξετάσει κανείς πιο διεξοδικά το θεαματικό πράγματι αυτό παιχνίδι, θα διαπιστώσει οτι το ίδιο το αρχείο πάντως, συνεχίζει αμέριμνα να συλλέγει αντικείμενα και να μεγαλώνει τη συλλογή του, και δή χωρίς ουσιαστικά να μείνει ανικανοποίητη καμμία επιλογή. Φαίνεται λοιπόν πως η λειτουργία του αρχείου διέπεται απο κάποια δική της λογική, η οποία επιβάλλει τους όρους της τελικά σε όλες τις διαμαχόμενες πλευρές. Μάλιστα άν καμμιά φορά συμβεί κάποιος που κατέχει θέση εξουσίας στη διοίκηση του αρχείου να υπερεκτιμήσει τον εαυτό του και ν αρχίσει να δρά ενάντια στη λογική του αρχείου, πολύ σύντομα θα χάσει τη θέση  του. Απέναντι στο αρχείο καμμιά θέση εξουσίας δεν είναι απόλυτη. Η λογική του αρχείου επιβάλλεται στα πάντα και τους πάντες. Διότι το αρχείο δεν κάνει άλλο απο το να συλλέγει τα αντικείμενα εκείνα που δέν έχει ακόμη συμπεριλάβει στη συλλογή του. Απο την άλλη βέβαια, αυτό που ονομάζεται πραγματικότητα, ως γνωστό δεν είναι παρά το σύνολο εκείνων των αντικειμένων, που δεν έχουν ακόμη συμπεριληφθεί στο αρχείο. Κι άρα η πραγματικότητα σαν τέτοια αποκλείεται να είναι κάτι το πρωτογενές που στη συνέχεια αναπαρίσταται εντός του αρχείου. Αντίθετα φαίνεται οτι απέναντι στο αρχείο η πραγματικότητα είναι δευτερογενής μιάς και δεν αποτελεί παρά το σύνολο εκείνων των πραγμάτων που δεν έχουν ακόμη συλλεχτεί στο αρχείο.

Οι παραπάνω συλλογισμοί με οδήγησαν να υποστηρίξω στο βιβλίο Για το Νέο την θέση, οτι το αρχείο δεν συλλέγει τα αντικείμενα που έχουν σημασία για τους ανθρώπους εντός της ‘πραγματικότητας’ (αφού μάλιστα κανείς δεν είναι σε θέση να ορίσει, τί είναι σημαντικό για τους ανθρώπους) αλλά οτι το αρχείο συλλέγει τα αντικείμενα εκείνα που είναι σημαντικά για το αρχείο το ίδιο.

Το τί θεωρείται ιστορικά νέο, επίκαιρο, ζωντανό ή πραγματικό δεν είναι εξάλλου δυνατό να το ορίσει κανείς παρά μόνο μέσα απο τη σύγκριση με το ‘νεκρό’, το παλιό και το αρχειοθετημένο. Κατα συνέπεια η λειτουργία του αρχείου αποκλείεται να συνίσταται απλώς και μόνο στην αναπαράσταση της ‘πραγματικότητας’ και τη διατήρηση της μνήμης της ιστορίας που τυχόν λαμβάνει χώρα στην ‘πραγματικότητα’.  Αντίθετα, η ύπαρξη του αρχείου αποτελεί τον αναγκαίο όρο για να μπορέσει καν να παραχθεί αυτό που ονομάζεται ιστορία. Μόνο και μόνο εφόσον υφίσταται το αρχείο, είναι δυνατό να τελεστεί η σύγκριση μεταξύ νέου και παλιού, η οποία αποτελεί αναγαία προϋπόθεση για την παραγωγή της ιστορίας. Το αρχείο συνιστά άρα μιά μηχανή για την παραγωγή μνήμης. Μηχανή που παράγει αυτό που ονομάζεται ιστορία, απο εκείνο το υλικό της πραγματικότητας που δεν έχει αρχειοποιηθεί ακόμη. Αυτή δε η διαδικασία παραγωγής, διέπεται απο ορισμένους νόμους που είναι δεσμευτικοί για όλους τους παράγοντες. Κι αυτό το διαπιστώνουμε εύκολα με ένα απλό παράδειγμα. Άμ λ.χ. μιά θρησκευτική ομάδα, η οποία ισχυρίζεται οτι είναι ‘ορθόδοξος’ εκφραστής της θρησκείας έχει για αντίπαλό της κάποια αίρεση την οποία και καταπολεμάει, η ενλόγω θρησκευτική ομάδα αναγκαστικά μέσα στο ίδιο της το αρχείο αναπαράγει διαρκώς την αντίπαλή της αιρετική διδασκαλία, ούτως ώστε να μπορεί να διηγείται την ιστορία της επικράτησής της ως ‘ορθοδοξης’ θρησκείας.

Φαίνεται εξάλλου το αρχείο να αντλεί μάλιστα τη δυναμική του απο την εγγενή αυτή αντίφαση που το διέπει. Αφενός το έργο που έχει να συντελέσει έγκειται στην περάτωση της συλλογής, πράγμα που σημαίνει οτι αναγκαστικά πρέπει να συλλέξει όλα τα αντικείμενα που βρίσκονται έξω απο αυτό. Απο την άλλη όμως, τα αντικείμενα εντός του αρχείου να τυγχάνουν μιάς εντελώς διαφορετικής μεταχείρησης απο εκείνα εκτός του αρχείου. Ενώ στα αρχειοθετημένα αντικείμενα αποδίδεται ορισμένη αξία, η οποία τα καθιστά διατηρητέα, τα προφανή αντικείμενα χαρακτηρίζονται σαν ευτελή, εφήμερα και έρμαια της φθοράς. Αυτή η ριζική διαφορά που υφίσταται μεταξύ των αντικειμένων εντός και εκτός αρχείου έχει δε σαν συνέπεια, να ναρκοθετείται εκ του προοιμίου το σχέδιο της ολοκλήρωσης της αναπαράστασης, με το οποίο έχει επιφορτιστεί το αρχείο. Η διαφορά των αντικειμένων εντός κι εκτός αρχείου αφορά την αξιολόγηση, τη μοίρα και τις σχέσεις των αντικειμένων αυτών με τη φθορά, την καταστροφή και το θάνατο. Άν λόγου χάρη εξετάσουμε τις εικόνες που έχουν συμπεριληφτεί στις συλλογές των μουσείων, θα δούμε, οτι όχι μόνο δεν αναπαριστούν την εκτός του μουσείου πραγματικότητα, αλλά αντίθετα: Οι εικόνες αυτές έχουν συμπεριληφτεί στις συλλογές των μουσείων, επειδή κάποιο χαρακτηριστικό που τις διέπει, τις κάνει να διαφέρουν απο την εκτός αρχείου πραγματικότητα. Άλλες τις έχουν ζωγραφίσει κάποιοι ιδιαίτερα προικισμένοι ζωγράφοι, άλλες είναι καδραρισμένες με ιδιαίτερης αξίας κάδρα, κι άλλες πάλι διακρίνονται για την μεγάλη τους χρηματική αξία. Και είναι χαρακτηριστικό επίσης, οτι σύσσωμο το μουσειακό σύστημα καταβάλλει υπέρογκες προσπάθειες για να μπορέσει να διατηρήσει τις εικόνες και να αποτρέψει την καταστροφή ή τη φθορά τους, ενώ την ίδια στιγμή καμμία απολύτως προσπάθεια δεν καταβάλλεται για τη διατήρηση των πραγματικών αντικειμένων που απεικονίζονται στις εικόνες αυτές. Για τη διητήρηση μιάς εικόνας λ.χ. που παριστάνει μια αγελάδα καταβάλλονται τεράστιες προσπάθειες, αλλά κανένας απολύτως δεν ενδιαφέρεται για την αγελάδα η ίδια. Το εφήμερο της πραγματικότητας, το εφήμερο των πραγμάτων, δεν είναι δυνατόν να απεικονιστούν και να αναπαρασταθούν εντός του αρχείου. Απο τον κανόνα αυτό δεν εξαιρείται ούτε και εκείνο το είδος της τέχνης μάλιστα, που σκηνοθετεί τον εφήμερο χαρακτήρα που το χαρακτηρίζει, εντός του μουσειακού χώρου . Διότι  ακόμη κι αυτού του είδους η τέχνη αποτελεί απλώς ένα ακόμη αντικείμενο καταγραφής, αρχειοθέτησης και διατήρησης.

Το αρχείο για να μπορεί να συνεχίζει το έργο του, που συνίσταται στην πλήρωση της συλλογής, αναζητά διαρκώς το πραγματικό, δηλαδή το εφήμερο, επίκαιρο κι ασήμαντο. Η αναζήτηση αυτή διεξάγεται καταρχήν με βάση το κριτήριο της μορφικής διαφοράς. Με βάση αυτό το κριτήριο εισάγονται στη συλλογή του αρχείου εκείνα τα αντικείμενα, τα οποία διαφέρουν στη μορφή τους απο τα αντικείμενα που ήδη αποτελούν μέρος της συλλογής. Η μορφική διαφορά πιστοποιεί κατα τη διαδικασία αυτή τον ‘πραγματικό’ χαρακτήρα των αντικειμένων που επιλέγονται.

Ωστόσο η μορφική διαφορά απο μόνη της δεν αρκεί ώστε να αποδοθεί σε ένα  αντικείμενο ο τίτλος του ‘νέου’. Για να απονεμηθεί σ ένα αντικείμενο αυτός ο τίτλος θα πρέπει πέρα απο τη μορφική διαφορά που το διακρίνει απο τα άλλα αντικείμενα της συλλογής, να είναι και σε θέση το συγκεριμένο αντικείμενο να αναπαριστά έστω και για μικρό χρονικό διάστημα το συνολικό χώρο της προφάνειας μέσα στο χώρο του αρχείου, και να προκαλεί έτσι την εντύπωση, πως το έργο της πλήρωσης της συλλογής έχει ολοκληρωθεί. Κι αυτό είναι κάτι το απαραίτητο, για το λόγο οτι δεν  είναι το αρχείο στο σύνολό εκείνο που αναπαριστά την πραγματικότητα, παρά αποκλειστικά και μόνο το νέο αντικείμενο που εισάγεται σ αυτό. Το νέο αντικείμενο είναι σε θέση να αναπαριστά την πραγματικότητα γιατί διατηρεί για ένα μικρό  χρονικό διάστημα τον αέρα -την αύρα- του εφήμερου, η οποία παραπέμπει στην μοίρα όλων των αντικειμένων της πραγματικότητας. Χάρη σ αυτή την αύρα μπορεί κι αναπαριστά λοιπόν το επιλεγμένο αντικείμενο την πραγματικότητα στο σύνολό της.

Η αύρα όμως αυτή, παρότι πράγματι εντυπωσιακή, καταλήγει τελικά να εγγραφεί κι αυτή στο αρχείο με αποτέλεσμα να εξασθενίσει και σιγά σιγά να εξαφανιστεί. Σαν παράδειγμα για την παραπάνω διαδικασία μπορούμε να αναφέρουμε τα περίφημα ready mades του M. Duchamps. Η πειστικότητά των αντικειμένων αυτών οφείλονταν στο γεγονός οτι, άν και λίγα, ήταν σε θέση να αναπαριστούν τη μοντέρνα καθημερινή ζωή συνολικά, που μέχρι τη στιγμή εκείνη δέν είχε αποτελέσει καν αντικείμενο της παρατήρησης. Για τον ίδιο λόγο και με τον ίδιο μηχανισμό ο Μάρξ κατάφερε να εξυψώσει το προλεταριάτο σε μιά αναπαράσταση της ανθρωπότητας συνολικά,  επειδή δηλαδή ως εκείνη τη στιγμή το προλεταριάτο δεν είχε συμπεριληφτεί στα πολιτιστικά αρχεία. Κι με ανάλογο τρόπο κατάφερε  ο Freud, περιγράφοντας ορισμένα όνειρα ορισμένων νευρωτικών, να θεσμοθετήσει την πραγματικότητα του ασυνείδητου. Τα παραδείγματα είναι πλήθος και το συμπέρασμά απο όλα αυτά είναι: η αξία ενός νέου αντικειμένου, ή ενός νέου σημείου, μιάς νέας εικόνας, ενός νέου κειμένου που εισάγεται στο αρχείο, έγκειται στην ιδιότητα αυτού του αντικειμένου να στερείται κάθε αξίας στο χώρο της προφάνειας.

Όσο πιό ευτελές κι εφήμερο, όσο δηλαδή πιό προφανές είναι κάποιο αντικείμενο, τόσο περισσότερο είναι σε θέση να αναπαραστήσει εντός του αρχείου την ευτέλεια του κόσμου και τόσο περισσότερη αναπαραστατική αξία πρόκειται να του αποδοθεί όταν συμπεριληφτεί στο αρχείο. Το νέο αντικείμενο προκύπτει σαν τέτοιο λοιπόν απο το συνδυασμό της μορφικής του διαφοράς με την ευτέλεια που το χαρακτηρίζει στο χώρο της προφάνειας. Η μεν μορφική διαφορά που διαπιστώνεται μέσα απο τη σύγκριση με τα ήδη συλλεχθέντα στο αρχείο, αποτελεί το κριτήριο επιλογής και εισαγωγής του αντικειμένου στο αρχείο. Η δε ευτέλειά του στο χώρο της προφάνειας είναι που το καθιστά ικανό να αναπαριστά της πραγματικότητα σαν σύνολο, καθόσον το αντικείμενο δεν διαφέρει σε τίποτε απο τα όλο τα υπόλοιπα αντικείμενα του προφανούς χώρου σ ότι αφορά την ευτέλειά του.

Η σχέση τώρα μεταξύ αξίας και ευτέλειας, δεν είναι σχέση διαλεκτική, διότι δεν οδηγεί σε κάποια σύνθεση, οπότε λόγου χάρη να προέκυπτε κάποια στιγμή ένα αντικείμενο το οποίο ταυτόχρονα να είναι απολύτως ευτελές αλλά και μέγιστης αξίας, ή πολύ σημαντικό κι εντελώς ασήμαντο την ίδια στιγμή. Η σχέση μεταξύ αξίας κι ευτέλειας αποτελεί το πλαίσιο ωστόσο, εντός του οποίου λαμβάνει χώρα η πολιτιστική οικονομία του νέου. Υπάρχει όμως ένας ακόμη λόγος που το αντικείμενο εντός της συλλογής αποκτά τον τίτλο του νέου: Τη στιγμή που εισάγεται στο αρχείο, επικυρώνει κι ανανεώνει την υπόσταση του αρχείου σαν τέτοιο, όπως επίσης και το σχέδιο του αρχείου για την πλήρωση της συλλογής. Κι έτσι για ένα έστω και μικρό  χρονικό διάστημα το νέο αντικείμενο, όντας απολύτως προφανές και εφήμερο, είναι σε θέση να αναπαριστά τον άπειρο προφανή κόσμο. Αυτή του δε η ικανότητα είναι που του χαρίζει στιλπνότητα και γοητεία αλλά και την ιδιαίτερη αποπλανητική δύναμη που εκπέμπει. Πρόκειται για τη στιλπνότητα της αιωνιότητας, που έχοντας επιφωτίσει το νέο αντικείμενο καθιστά ορατή εντός του αρχείου για μιά στιγμή έστω την αιωνειότητα του κόσμου που βρίσκεται έξω απ αυτό. Ενώ τη δικαιοδοσία του να αναπαριστά την αιωνειότητα, την αποκτά ένα αντικείμενα μέσα απο σκληρό διαγωνισμό ευτέλειας. Ο διαγωνισμός αυτός μας είναι γνωστός κυρίως απο την ιστορία της μοντέρνας τέχνης, στην οποία νικητής βγαίνει εκείνος που καταφέρνει να εξαφανίσει απο το αντικείμενό του κάθε ίχνος αξίας και κάθε σημείο αναφοράς, ούτως ώστε το έργο του να αποκτήσει τη μέγιστη ισχύ για αναπαράσταση της ευτέλειας. Ο ίδιος αυτός μηχανισμός διέπει επίσης κι όλους τους υπόλοιπους τομείς του μοντέρνου πολιτισμού.

Η εμπειρία της αιωνιότητας προκύπτει, όπως είδαμε, τη στιγμή που ο εξωπολιτιστικός χώρος αναπαρίσταται σαν σύνολο εντός του αρχείου. Τα αρχεία τα ίδια προφανώς είναι πεπερασμένα και καθόλου αιώνια. Απο την άλλη ο εξωπολιτιστικός χώρος μπορεί μεν να είναι ασύλληπου μεγέθους, αλλά δεν παύει να είναι κι αυτός πεπερασμένος. Τα δεδομένα αυτά καμμιά φορά μερικοί τα αγνοούν, με αποτέλεσμα να νομίζουν, οτι για την ανακάλυψη του άπειρου και αιώνειου κόσμου, θα πρέπει κανείς απλώς να δραπετεύσει απο την κλεισούρα και τα σκοτεινά στενάχωρα αρχεία καταλύοντας τα όρια των θεσμών, του πολιτισμού, των βιβλιοθηκών και των μουσείων. Όμως η ‘πραγματική ζωή’ δεν είναι παρά το προφανές και το εφήμερου, το θνητό και η ευτέλεια. Κατά συνέπεια είναι επίσης κι ο τόπος του ασήμαντου και του αδιάφορου. Εξάλλου κι η πιό μικρή επίσκεψη στο χειρότερο μουσείο του κόσμου παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον, απο όλα όσα μπορεί κανείς να δεί στη διάρκεια μιας ζωής σ αυτό που ονομάζεται ‘πραγματικότητα’. Μονάχα μέσα στα αρχεία του πολιτισμού είναι δυνατή η εμπειρία της αιωνιότητας.  Έτσι λόγου χάρη ο Φάουστ του Γκαίτε, είχε την τύχη να τη γνωρίσει μέσα σε μιά βιβλιοθήκη για να τη χάσει μετά μέσα στην πραγματική ζωή. Το εφέ της αιωνιότητας είναι πέρα για πέρα τεχνητό φαινόμενο που προκύπτει απο την αναπαράσταση του εκτός στο εντός. Ούτε το έξω ούτε το μέσα δεν είναι βέβαια αιώνεια. Μόνο η αναπαράσταση του ενός στο άλλο είναι εκείνο που παράγει το όνειρο της αιωνιότητας. Κι αυτό και μόνο αυτό το όνειρο είναι πραγματικά αιώνιο.

Η στιλπνότητα του αιώνειου δεν παραμένει βέβαια αιωνίως πάνω στο νέο αντικείμενο αφότου αυτό εισαχθεί στο αρχείο. Αναπόφευκτα θα έρθει η στιγμή που θα αποτελεί απλώς ένα απο τα λίγο διαφορετικά αντικείμενα – σημαντικό μεν και αξίας, πεπερασμένο δε και θνητό. Και αυτή είναι και η στιγμή για να βρεθεί κάποιο  ‘νέο’ νέο και μιά εκ νέου απονομή της αρχειακής αξίας για την αναπαραστασιμότητα της ευτέλειας.

Στο σημείο αυτό όμως θέλω να διακόψω την αναφορά στο βιβλίο μου Για το Νέο όπου περιέγραψα τους παραπάνω μηχανισμούς του πολιτιστικού νεωτερισμού. Τα όσα αναφέρθηκαν μέχρι εδώ με συντομία, ακρούν για τη διασάφιση του αρχικού ερωτήματος, που όπως προανέφερα, δεν έπαψε να με απασχολεί απο τότε που τελείωσα τη συγγραφή του βιβλίου. Γίνεται εύκολα αντιληπτό απο όσα ειπώθηκαν ως εδώ, οτι προϋπόθεση για την οικονομία του νέου είναι η ασφαλής και σταθερή διάκριση μεταξύ πολιτιστικού αρχείου και εξωπολιτιστικού χώρου της προφάνειας. Επιπλέον η διάκριση αυτή οφείλει να παρουσιάζει κάποια διάρκεια μέσα στο χρόνο, για να μπορεί η διαδιακσία του πολιτιστικού νεωτερισμού να λαμβάνει χώρα, αποδομώντας, υποσκάπτοντας και απαλείφοντας τη συνθήκη την ίδια της διάκρισης. Η οικονομική αυτή διαδικασία απαιτεί άρα, όπως και κάθε άλλη οικονομία, χρόνο. Στην περίπτωση της πολιτιστικής οικονομίας πρόκειται για το χρόνο του ίδιου του αρχείου. Όσο υφίσταται το αρχείο και είναι εξασφαλισμένη η διάρκειά του, είναι δυνατόν να παράγονται πολιτιστικοί νεωτερισμοί. Το ερώτημα λοιπόν που τίθεται  είναι:  Ποιός παράγοντας είναι εκείνος που εγγυάται τη συνέχεια και διάρκεια του αρχείου; Απο που προέρχεται δηλαδή ο χρόνος του αρχείου και με ποιό τρόπο αποκτάει η πολιτιστική οικονομία τον απαραίτητο για τη λειτουργία της χρόνο; Οι ερωτήσεις αυτές αφορούν δηλαδή τη σταθερότητα του αρχείου μέσα στο χρόνο. Ποιός φορέας στηρίζει και διασφαλίζει το αρχείο μέσα στο χρόνο και τι είδους είναι οι εγγυήσεις που παρέχει για τη συνέχειά του;

Άν εξετάσει κανείς το αρχείο κάτω απο την οπτική αυτού του ερωτήματος, θα διαπιστώσει, οτι το αρχείο διέπεται απο μιά ριζική υποψία, η οποία πηγάζει απο το γεγονός οτι η υπόσταση του αρχείου είναι ριζικά επισφαλής. Κι η υποψία που διέπει την υπόσταση του αρχείου μπορεί να διασπαθιστεί αποκλειστικά και μόνο άν διερευνηθεί  η φύση του μέσου που στηρίζει το αρχείο. Με βάση αυτά τα δεδομένα μπορούμε τώρα να διατυπώσουμε το αρχικό ερώτημά μας με τον ακόλουθο τρόπο: Ποιό μέσο στηρίζει το αρχείο και για πόσο χρόνο;

Το ερώτημα αυτό δεν αποτελεί αντικείμενο των δικών μου μόνο ερευνών. Όπως και στην περίπτωση του ‘νέου’ πρόκειται για ιδιαίτερα επίμαχο θέμα της πολιτικής επικαιρότητας. Η επικρατέστερη σχετική άποψη μας λέει, ότι είναι η κοινωνία που στηρίζει τα πολιτιστικά αρχεία και που αποφασίζει πόσο αυτά θα διαρκέσουν. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, η διάρκεια των αρχείων εξαρτάται απο το χρήμα, την εργασία καθώς και τις τεχνολογίες που η κοινωνία επιλέγει να επενδύσει στη διατήρηση των αρχείων. Ωστόσο ο σημερινός κοινωνικός διάλογος δε φαίνεται να είναι φιλικά διακείμενος απέναντι στα αρχεία. Απο όλες τις μεριές υψώνονται φωνές που καλούν στην εγκατάλειψη των αρχείων και που απαιτούν την άμεση ‘εδώ και τώρα’ επικοινωνία. Σήμερα αποτελεί γενικό αίτημα η ροή, η διαρκής μεταμόρφωση, η απαλειφή κάθε είδους ταυτότητας και διαφοράς καθώς και η πολυμεσιακή συμβατότητα. Το μεγαλύτερο βραβείο απενέμεται σ όποιον καταφέρνει όσο το δυνατό γρηγορότερο και με το ριζοσπαστικότερο τρόπο να αποδιαρθρωθεί και να ρευστοποιηθεί, μένοντας ταυτόχρονα και συμβατός με την αγορά αλλά και κοινωνικά κριτικός. Για τους νοσταλγικούς απο την άλλη,  υπάρχει πάντοτε κάποιο περιθώριο διαμαρτυρίας. Ποιός ξέρει, μπορεί καμμιά φορά να ευδοκιμήσουν και οι  διαμαρτυρίες τέτοιου τύπου. Πάντως και να συνέβαινε κάτι τέτοιο, αυτό δε θα είχε καμμία απολύτως επίδραση στη θεωρία της οικονομίας του ‘νέου’. Διότι αυτή περιγράφει τις εναλλαγές της μόδας, της οποίας κλάδος είναι και η διανόηση. Κατά συνέπεια δεν εξαρτάται η υπόσταση της θεωρίας αυτής απο κάποια συγκεκριμένη διανοητική μόδα που τυχόν επικρατεί. Η μόδα της αποκέντρωσης και ρευστοποίησης αποτελεί κι αυτή φαινόμενο που η θεωρία για το νέο το περιγράφει ως νέο φαινόμενο, το οποίο δεν μπορεί παρά κάποια στιγμή να αρχειοθετηθεί κι αυτό -χάρη στον ασίγαστο πόθο του αρχείου για την αιωνιότητα της ζωής, που όπως είπαμε, είναι προϊόν του ιδίου.

Ο πόθος για αιωνιότητα αποτελεί όμως, όπως και κάθε άλλο ανθρώπινο πάθος, ιδιαίτερα ασταθή παράγοντα. Όποτε συμβαίνει και προκύπτει κάποιος τέτοιος πόθος, τον ικανοποιεί όσο πιό καλά μπορεί ο νεωτερισμός του αρχείου. Παρόλα αυτά ο πόθος δεν είναι ικανός να αποτελέσει φορέα στήριξης του αρχείου σαν τέτοιο. Στο δυτικό κόσμο έχει βέβαια επικρατήσει απο τις αρχές του 19. αιώνα να θεωρείται η έννοια της κουλτούρας συνώνυμο του ρομαντισμού. Κι ο ρομαντισμός ως γνωστό αποδίδει στον άνθρωπο μιάν ανεξίτηλη ενδογενή επιθυμία για αιωνιότητα – επιθυμία που όμως δεν μπορεί ποτέ να συναντήσει ικανοποίηση. Η ενδογενής αυτή ανθρώπινη επιθυμία θεωρείται οτι αποτελεί το φορέα των πολιτιστικών αρχείων, τα οποία σύμφωνα με αυτή τη λογική συλλέγουν τις αξίες εκείνες, που πηγάζουν απο το πάθος του ανθρώπου για το υψηλό, εκείνο που συνιστά τον αντίποδα της καθημερινής και αγοραίας ζωής. Οι θεσμοί προφανώς όμως δεν εγκαθίστανται πάνω σε  θεμέλια πάθους, ούτε και θα μπορούσε κατι τέτοιο να εγγυηθεί τη χρονική διάρκειά τους. Επιπλέον οι έννοιες πάθος, πόθος και επιθυμία εύκολα μπορούν να μεταφραστούν με τους όρους της ζήτησης και προσφοράς και να εγγραφούν έτσι στην οικονομία της αγοράς. Εάν πρόκειται λοιπόν να στηρίζονται τα πολιτιστικά αρχεία απο τη ζήτηση για αιωνιότητα, θα πρέπει να τα  αποχαιρετάμε σιγά σιγά. Διότι ο σημερινός άνθρωπος δεν έχει καθόλου -ή άν έχει, μόνο ελάχιστο- πόθο για αιωνιότητα. Επι το πλείστον είναι ευχαριστημένος με τα πεπερασμένα. Κι αυτή η ικανοποίηση με το πεπερασμένο δεν μπορεί να αρθεί με ηθικά επιχειρήματα. Είναι άρα μάταιο να ζητάει κανείς απο την κοινωνία και το κράτος να στηρίξει τα πολιτιστικά αρχεία, τη στιγμή που υπάρχει έλλειψη ζήτησης για αιωνιότητα. Απο την άλλη είναι ολοφάνερο, οτι οι υπόλοιπες πολιτιστικές ανάγκες, πλήν της αιωνιότητας, απαντιούνται ικανοποιητικά όπως φαίνεται απο την μαζική κουλτούρα της ροής και της στιγμιαίας επικοινωνίας που εξαπλώνεται έξω απο τα αρχεία. Λόγου χάρη το εντελώς θεμιτό αίτημα για βελτίωση της αναπαράστασης των μειονοτήτων ή  εκείνο της διαρκούς παρουσίας κάποιων ιστορικών μνημών στο χώρο της κοινωνίας, αναντίρρητα ικανοποιούνται με αποτελεσματικό τρόπο απο τα μέσα τηλεόραση, τον κινηματογράφο και τη διαφήμιση.

Απο τα κοινωνικά κινήματα και τις ιδεολογίες που θέλουν να στέκονται κριτικά απέναντι στην αγορά, είναι επίσης μάταιο να περιμένει κανείς κάτι υποστηρικτικό για τα πολιτιστικά αρχεία. Χαρακτηριστικό είναι, οτι ακόμη και η πρωτοποριακή κριτική θεωρία έπαψε προ πολλού να επικρίνει την αγορά, οτι σχεδιάζει και δρά με   βραχυπρόθεσμα πλάνα αγνοώντας τις αιώνιες ‘εσωτερικές’ αξίες, όπως συνήθιζε να μας λέει παλιότερα. Σήμερα ισχυρίζεται, οτι κι ο πιό βραχυπρόθεσμος οικονομικός προγραμματισμός της αγοράς είναι κι αυτός μεγαλεπίβολος. Η σημερινή κριτική θεωρία μας λέει οτι υπάρχει εν γένει έλλειψη και όχι πλεόνασμα χρόνου και τοποθετείται έτσι υπέρ του ασταθούς, του ρευστού, του άπιαστου και του ανεξέλεγκτου. Ερμηνεύει δε το χρόνο σαν πεπερασμένο γεγονός που θέτει σε κίνδυνο τον προγραμματισμό, την ορθολογικότητα και τη λογιστική της αγοράς. Ο πεπερασμένος χρόνος της βιομηχανικής παραγωγής -που παρότι λιγοστός ωστόσο υφίσταται- συναντάει απο την πλευρά της κριτικής θεωρίας τέτοια αποκαλυπτική και καταστροφική συρρίκνωση, κάτι που αυτονόητα δε μπορεί παρά να έχει σαν επακόλουθο την επαγγελία μιάς λύτρωσης μέσα απο την άμεση και ολοκληρωτική κατανάλωση.

Μια τέτοια ερμηνεία του χρόνου προφανώς δεν είναι καθόλου ευνοϊκή για τα αρχεία. Όμως είναι έτσι κι αλλιώς επισφαλής επολογή το να αναχθεί μιά συγκεκριμένη κοινωνία σε φορέα στήριξης των αρχείων. Διότι καμμιά κοινωνία, ότι είδους πολιτική και να υλοποιεί, δεν είναι σε θέση να διασφαλίσει τις αξίες των αρχείων απέναντι σε φυσικές καταστροφές ή πολέμους. Σε πολλές περιπτώσεις εξάλλου έχουν διασωθεί αντικείμενα των αρχείων μετα τον αφανισμό των  κοινωνών που τα παρήγαγαν. Η αρχαιολογία για αυτό το λόγο μπορεί και δημιουργεί τις προϋποθέσεις της διερεύνησης αντικειμένων τέχνης τα οποία διατήρησε η φύση –κι όχι η κοινωνία. Όπως γίνεται αντιληπτό απο τα παραπάνω, το ερώτημα ποιός φορέας στηρίζει το αρχείο, δεν είναι άρα και τόσο εύκολο να απαντηθεί όσο φαίνεται με την πρώτη ματιά- κι αυτό καθιστά και τη διάρκεια του αρχείου επισφαλή. Για τον Πλάτωνα το θεϊκό αρχείο των αιώνιων ιδεών ήταν ανεξίτηλο. Το ίδιο και για τους Χριστιανούς το αρχείο της θεϊκής μνήμης, στο οποίο φυλάγεται η μνήμη για τα αγαθουργήματα και τις αμαρτίες των ανθρώπων. Και η μοντέρνα όμως εποχή έχει κι αυτή να παρουσιάσει κάποιες διδασκαλίες που ερμηνεύουν το αρχείο ως ανεξίτηλο. Η ψυχανάλυση του Freud περιγράφει λόγου χάρη το ασυνείδητο σα φορέα ενός ανεξίτηλου αρχείου: Κάθε λήθη ή απώθηση εγγράφει το αρχείο αυτό ακόμη πιό βαθιά στο ασυνείδητο. Η γλώσσα θεωρείται κι αυτή απο αρκετές στρουκτουραλιστικές θεωρίες ως αιώνιο αρχείο, με την αιτολογία, οτι προτρέχει κάθε ενέργειας καθώς και όλων των πράξεων καταστροφής. Το ερώτημα για τη διάρκεια του αρχείου άπτεται προφανώς του ερωτήματος εκείνου που αφορά το φορέα του αρχείου. Διότι η διάρκεια καθορίζεται ουσιαστικά απο το είδος του φορέα. Τα δεδομένα είναι σαφώς διαφορετικά ανάλογα με το άν ο φορέας φέρεται να είναι ο θεός,  η φύση, το ασυνείδητο, η γλώσσα ή το ΄Ιντερνετ.

Εντούτοις ο φορέας αυτός καθαυτός του αρχείου παραμένει απρόσιτος. Κάποιες θεωρίες ισχυρίζονται οτι τα τεχνολογικά μέσα αποθήκευσης συνιστούν τους φορείς. Δηλαδή το χαρτί, οι ταινίες, οι υπολογιστές κ.τ.λ.. Τα τεχνολογικά αυτά μέσα αποτελούν με τη σειρά τους όμως απλώς αντικείμενα εντός του αρχείου. Και σαν αντικείμενα της συλλογής είναι συνυφασμένα με συγκεκριμένες διαδιακασίες παραγωγής, δίκτυα διανομής ρεύματος καθώς και  οικονομικές παραμέτρους. Το τί κρύβεται πίσω απο αυτές τις διαδιακσίες και τα δίκτυα, δε το γνωρίζουμε. Μόνο εικασίες μπορούμε να διατυπώσουμε: Η ιστορία, η φύση, η ουσία, ο λόγος, η επιθυμία, η εξελίξη των πραγμάτων, η τύχη, το υποκείμενο… Πίσω απο την επιφάνεια των σημείων του αρχείου υπάρχει ο σκοτεινός υπομεσιακός χώρος που μέσα απο πολλά στρώματα σημείων μας οδηγεί σε όλο και πιό αδιόρατα βάθη. Ο υπομεσιακός αυτός χώρος συνιστά το Άλλο του αρχείου. Ένα Άλλο εντελώς διαφορετικό ωστόσο, απο εκείνο που συνιστά ο χώρος της προφάνειας εκτός του αρχείου, το οποίο είχα διερευνήσει διεξοδικά στην οικονομία του νέου.

Απο πρώτη άποψη φαίνεται οι σημειοφόροι του αρχείου να αποτελούν (τουλάχιστον απο τοπολογική άποψη) ένα επι μέρους κομμάτι του αρχείου. Έτσι λέμε λόγου χάρη οτι τα βιβλία είναι τοποθετημένα στη βιβλιοθήκη, οι λινάτσες στις Γκαλερί και τα μηχανήματα βίντεο ή οι υπολογιστές σε μιά εγκατάσταση τέχνης. Η εντύπωση αυτή είναι όμως απατηλή. Διότι δεν αποτελούν τα βιβλία μέρος του αρχείο παρα μόνο τα  κείμενα. Και δεν αποτελούν τα μηχανήματα βίντεο μέρος του αρχείου, αλλά οι κινούμενες εικόνες που εμφανίζονται στις οθόνες, όταν τα μηχανήματα είναι σε λειτουργία. Ούτε είναι οι λινάτσες αρχειοθετημένες μέσα στο μουσείο, αλλά οι εικόνες που παρουσιάζουν πάνω τους. Οι σημειοφόροι του αρχείου δεν αποτελούν μέρος του αρχείου, για το λόγο οτι παραμένουν αόρατοι κάτω απο την επιφάνεια των σημείων, που εμφανίζουν ενώπιον του παρατηρητή. Με άλλα λόγια: Ο φορέας του αρχείου δεν αποτελεί ο ίδιος μέρος του αρχείου. Ναί μεν φέρει πάνω του τα σημεία του αρχείου, όμως δεν αποτελεί ο ίδιος σημείο εντός του αρχείου.

Διαπιστώνουμε λοιπόν, οτι σε σχέση με το αρχείο υφίστανται δύο εξωτερικοί χώροι. Πρώτον, ο χώρος της προφάνειας, ο οποίος περιλαμβάνει όλα τα μη αρχειοθετημένα σημεία. Την πολιτιστική οικονομία του χώρου αυτού παρουσιάσα περιληπτικά παραπάνω. Και δεύτερον, ο φορέας του ίδιου του αρχείου, με τις πολλαπλές στώσεις των σημειοφόρων του, οι οποίοι φέρουν πάνω τους τα σημεία του αρχείου.

Οι δύο αυτοί εξωτερικοί ως προς το αρχείο χώροι παρουσιάζουν μεταξύ τους μια ριζική διαφορά. Ο μεν χώρος της προφάνειας είναι ορατός για τον παρατηρητή και στοιχειοθετεί την προϋπόθεση για να τελεστεί η σύγκριση των αντικειμένων της ζωής με τα αντικείμενα που έχουν ήδη αρχειοθετηθεί. Οι δε φορείς του αρχείου παραμένουν αόρατοι κάτω απο τα σημεία που παρουσιάζουν στις επιφάνειές τους. Ο φορέας του αρχείου παραμένει άρα αόρατος για το βλέμμα του παρατηρητή. Μόνο η επιφάνεια του σημειοφόρου του αρχείου είναι ορατή, ενώ τον φορέα του αρχείου μπορεί ο παρατηρητής μόνο να τον υποπτεύτεαι κάτω απο την ορατή επιφάνεια. Η σχέση του παρατηρητή με τον υπομεσιακό αυτό χώρο των σημειφόρων, είναι άρα ουσιαστικά σχέση υποψίας – και κατα συνέπεια είναι εξ ορισμού σχέση παρανοϊκή.

Αναπόφευκτο είναι να γεννιέται στον παρατηρητή η επιθυμία να διαλευκάνει και να αποκαλύψει την «αλήθεια» που κρύβεται κάτω απο τη επιφάνεια των σημείων. Την επιθυμία αυτή μπορούμε να την ονομάσουμε επιθυμία για θεωρία των μέσων, οντολογική επιθυμία ή μεταφυσική επιθυμία. Διότι προφανώς το ερώτημα για το μέσο των σημείων, δεν είναι άλλο απο το παλιό ερώτημα της ουσίας, του όντος ή του υποκειμένου, για το οποίο υπήρχε ανέκαθεν η υποψία, πως βρίσκεται κάτω απο την επιφάνεια του κόσμου. Εφόσον λοιπόν η θεωρία των μέσων θέτει το ερώτημά της με τον τρόπο αυτό, πορφανώς αποτελεί συνέχεια της οντολογίας κάτω σπο τις νέες συνθήκες θεώρησης του κόσμου. Το ερώτημα της κλασσικής οντολογίας αναζητούσε να μάθει, τί κρύβεται πίσω απο τα φαινόμενα της φύσης. Η οντολογία των μέσων θέλει να διερευνήσει, τί κρύβεται πίσω απο τα σημεία των φορέων, όταν τόσο τα σημεία όσο και οι σημειοφόροι, δεν είναι ‘φυσικά’ αλλά ‘τεχνητά’ αντικείμενα.

Βέβαια είναι θεμιτό να αμφιβάλλει κανείς για το νόημα αυτού του εγχειρήματος, το οποίο σκοπεύει να εξετάσει τους τεχνητούς σημειοφόρους απο οντολογική σκοπιά, αφού μάλιστα είναι πασίγνωστος και ο τρόπος κατασκευής αλλά και τα τεχνικά χαρακτηριστικά τους, και επιπλέον και ο τρόπος λειτουργίας των τεχνολογικών αυτών μέσων. Την άποψη αυτή υποστηρίζουν όσοι πιστεύουν, οτι η μοντέρνα επιστήμη έχει διερευνήσει απόλυτα τη φύση κι έχει αποκαλύψει ριζικά το αρχιτεκτονικό της σχέδιο που βρίσκονταν κρυμμένο στο ‘εσωτερικό’ της, με συνέπεια το κλασσικό οντολογικό ερώτημα να περιττεύει πέρα για πέρα. Η άποψη αυτή καταργεί όμως το κλασσικό ερώτημα της οντολογίας καθώς και το οντολογικό ερώτημα για τα μέσα, μόνο και μόνο για να το αντικαταστήσει με την τεχνολογική-επιστημονική έρευνα. Κι η τελευταία με τη σειρά της, απαξιεί να λάβει υπόψη της, οτι το αρχείο δεν ορίζει μόνο έναν αλλά δύο εξωτερικούς χώρους: το χώρο της προφάνειας και εκείνον που βρίσκεται κάτω απο την επιφάνεια του αρχείου, τον υπομεσιακό χώρο. Οι τεχνολογικά κατασκευμασμένοι σημειοφόροι, όπως λόγου χάρη τα βιβλία, οι λινάτσες, οι υπολογιστές και οι ταινίες, υφίστανται όπως είναι σαφές, αποκλειστικά και μόνο στο χώρο της προφάνειας σα τέτοιοι. Ενώ όταν βρίσκονται εντός του αρχείου μπορούμε μόνο να υποψιαζόμαστε την ύπαρξή τους. Για παράδειγμα όταν κοιτάζουμε έναν πίνακα ζωγραφικής που βρίσκεται σε μιά γκαλερί δεν είναι ορατή η λινάτσα πάνω στην οποία είναι ζωγραφισμένη η ζωγραφιά. Και για να μπορέσουμε να δούμε τη λινάτσα θα πρέπει πρώτα να  αναποδογυρίσουμε τον πίνακα και με το τρόπο αυτό να εγκαταλείψουμε το χώρο του αρχείου. Το ίδιο ισχύει και για την τηλεόραση ή τον υπολογιστή: Για να μπορέσουμε να εξετάσουμε το εσωτερικό τους και τον τρόπο που λειτρουγούν, θα πρέπει να τα βγάλουμε απο τη πρίζα με αποτέλεσμα να σταματήσουν οι εικόνες να εμφανίζονται στην επιφάνειά τους. Οι λινάτσες, όπως και τα τεχνολογικά μέσα τηλεόραση και υπολογιστής, δεν είναι προσιτά σε μας τη στιγμή που λειτουργούν σαν σημειοφόροι. Και για να καταστούν προσιτά για παρατήρηση είναι αναγκαίο να πάψουν να λειτουργούν σαν σημειοφόροι, οπότε παύουν επίσης να αποτελούν μέρος του αρχείου και καθίστανται αντικείμενα του προφανούς χώρου, του χώρου της πραγματικότητας – και ούτε και τότε πάντως δεν παύει να τίθεται το ερώτημα, ποιοί είναι οι φορείς που τα καθιστούν ορατά σαν σημεία.

Ο χώρος της προφάνειας κι ο υπομεσιακός χώρος είναι μεταξύ τους ασύμβατοι. Αυτό συνεπάγεται απο το γεγονός οτι στην παρατήρηση είναι προσιτά είτε τα σημεία είτε τα αντικείμενα- αποκλείεται όμως να είναι ορατά την ίδια στιγμή και τα σημεία και οι φορείς τους. Κατα συνέπεια η ταύτιση του προφανούς χώρου με τον υπομεσιακό χώρο, που αποτελεί το υπόβαθρο της τεχνολογικής-επιστημονικής αντίληψης εξ ορισμού δεν οδηγεί πουθενά.

Ο υπομεσιακός χώρος υφίσταται ως σκοτεινός χώρος της υποψίας, των υποθέσεων και των φόβων – αλλά επίσης και σαν χώρος της ξαφνικής κι αναπάντεχης αποκαλυπτικής αλήθειας. Η υποψία οτι κάτω απο την επιφάνεια των επίσημων αρχείων και των ΜΜΕ κυοφορούνται ίντριγκες, χειρισμοί και σκευωρίες δεν αποτελεί παρά την αναγκαία συνέπεια της συνθήκης που περιγράψαμε παραπάνω. Απο την άλλη μεριά οι απαντήσεις που ευελπιστούμε να προκύψουν μέσα απο την οντολογική οπτική για τα μέσα αποκλείεται -όπως είναι ευκολονόητο- να είναι επιστημονικού χαρακτήρα.

Αυτό που προσδοκεί ο παρατηρητής της επιφάνειας του μέσου είναι να ανοίξει ξαφνικά ο απόκρυφους και σκοτεινός υπομεσιακός χώρος, να αυτοπροδοθεί και να αποκαλύψει το πραγματικό του πρόσωπο. Ο παρατηρητής της επιφάνειας των μέσων δεν κάνει άλλο, απο το να περιμένει μέχρις ότου ο υπομεσιακός χώρος εκών άκων θα ομολογήσει την αλήθεια. Δεν πρόκειται όμως για το είδος εκείνο αλήθειας που γνωρίζουμε απο τα σημεία και που πηγάζει απο τη σχέση μεταξύ σημείων και πραγμάτων. Εδώ πρόκειται για την αλήθεια του μέσου, την αλήθεια του σημειοφόρου. Η λειτουργία του σημείου συνίσταται, ως γνωστό, αφενός στη σήμανση αφετέρου στην παραπομπή. Ταυτόχρονα όμως το σημείο κάνει και κατι ακόμη, συγκεκριμένα: αποκρύβει κάτι. Κι αυτό, το οποίο αποκρύβει, δεν είναι το απόν αντικείμενο που σηματοδοτείται με το εν λόγω σημείο, όπως ισχυρίζονται κάποιοι. Αυτό το οποίο αποκρύβει είναι πολύ απλά το συγκεκριμένο τμήμα της επιφάνειας του μέσου, που το εμφανιζόμενο σημείο καταλαμβάνει και σκεπάζει με τη διπλή του υπόσταση: υλικά και σαν φορέας. Το σημείο που είναι ορατό πάνω σε ένα συγκεκριμένο φορέα, ταυτόχρονα αποκρύβει στο ίδιο ακριβώς ‘σημείο’ τον φορέα αυτό. Για να γίνει λοιπόν ορατή η αλήθεια του φορέα του σημείου, θα πρέπει να εξαφανίσουμε το σημείο, να το σβήσουμε σαν να ήταν κόκκος σκόνης πάνω στην επιφάνεια του φορέα, ούτως ώστε να μπορέσουμε να εξετάσουμε το φορέα τον ίδιο.
Το οντολογικό ερώτημα για τα μέσα σκοπεύει άρα στην αναζήτηση μιάς φωτεινής κουκίδας, μιας κενής θέσης, μιάς διακοπής στη ροή των σημείων που εμφανίζονται στην επιφάνεια των μέσων, που έχει καταστεί αόρατη απο την πληθώρα των σημείων. Σκοπεύει δηλαδή στην εξώρυξη τρόπον τινα της κρυμμένης επιφάνειας που βρίσκεται κάτω απο τα σημεία. Μ’ άλλα λόγια: Σαν παρατηρητές τις επιφάνειας του μέσου δεν προσδοκούμε άλλο, απο το να καταστεί το μέσο μήνυμα, να γίνει ο ίδιος ο φορέας σημείο. Και είναι ευκολονόητο, οτι καμμία αποκάλυψη της αποκρυμμένης αλήθειας του μέσου δεν πρόκειται να καταργήσει τελειωτικά την αρχική υποψία. Διότι ο υπομεσιακός χώρος διέπεται απο την υποψία ως συνθήκη, πράγμα που αποκλείει την τελειωτική απαλειφή της υποψίας. Παρόλα αυτά δεν είναι μάταιη η αναμονή ενός γεγονότος υπομεσιακής αποκάλυψης της αλήθειας. Διότι το εφέ της αλήθειας διαδραματίζεται ακριβώς τη στιγμή που η οντολογική υποψία των μέσων φαίνεται να είναι απόλυτα ασφαλής. Δηλαδή τη στιγμή που στον παρατηρητή δίνονται σαφείς ενδείξεις, πως το εσωτερικό του υπομεσιακού χώρου θα πρέπει να είναι διαφορετικής υφής απο την επιφάνεια πάνω στην οποία εμφανίζονται τα σημεία. Τη στιγμή αυτή δημιουργείται στον παρατηρητή η εντύπωση, οτι ανακάλυψε τελικά μιά κενή θέση της επιφάνειας του μέσου κι οτι βρίσκεται πρόσωπο με πρόσωπο με την αλήθεια του υπομεσιακού χώρου – καθώς και με την επιβεβαίωση των υποψιών και φόβων που τον διακατείχαν. Η είσοδος στον υπομεσιακό χώρο είναι τότε και μόνο τότε αξιόπιστη, όταν συναντά την αντανάκλαση της αρχικής της οντολογικής υποψίας για το μέσο. Διότι η υποψία μόνο ένα πειστήριο αναγνωρίζει: το ίδιο της το είδωλο.

Αυτός είναι κι ο λόγος, που το έργο της θεωρίας των μέσων δεν συνίσταται στο να αποδείξει, οτι ο παρατηρητής στάθηκε θύμα εξαπάτησης. Κάτι τέτοιο δεν θα αποτελούσε παρά την επανάληψη του σχεδίου της υποψίας, μιάς και ούτε η οντολογική υποψία για το μέσο, ούτε και οι αντικατοπτρισμοί της στα σκοτεινά βάθη του υπομεσιακού χώρου, δεν είναι δυνατόν να εξαλειφτούν τελειωτικά. Το ερώτημα που τίθεται είναι μάλλον: Για ποιούς λόγους, με ποιούς τρόπους και κάτω απο ποιές συνθήκες εμφανίζεται στον παρατηρητή ο αντικατοπτρισμός της υπομεσιακής υποψίας σαν αλήθεια; Με άλλα λόγια: Πώς κατασκευάζεται το εφέ της αλήθειας του μέσου, η οποία έγκειται στην αυτοαποκάλυψη του μέσου ως φορέα;

Ένα μεγάλο μέρος ετούτου του βιβλίου είναι αφιερωμένο στην ανάλυση του παραπάνω φαινομένου. Για αυτό το λόγο θα περιοριστώ εδώ σε μιά σύντομη μόνο αναφορά στη στρατηγική που επέλεξα για την ανάλυση αυτή. Βασίζομαι για το σκοπό αυτό στην αναζήτηση εκείνων των σημείων, τα οποία είναι ικανά να δημιουργήσουν στον παρατηρητή την εντύπωση, οτι αποτελούν αυθεντικά μηνύματα του φορέα- μηνύματα δηλαδή της υποψίας. Όπως όμως και στην περίπτωση του νεωτερισμού, έτσι ισχύει και για τα σημεία ετούτα, οτι η διάρκεια της υπόστασής τους ως κενά σημεία, διάρκεια κατα την οποία καθιστούν δυνατή τη διείσδυση του βλέμματος στον υπομεσιακό χώρο, είναι σύντομη. Μετά τη πάροδο του χρόνου αυτού μεταβάλλονται ξανά σε απλά σημεία, τα οποία και πάλι αποκρύβουν το φορέα. Άρα και η αλήθεια του μέσου διέπεται απο ανάλογη οικονομία με εκείνη που διέπει το νεωτερισμό. Οι δύο αυτές οικονομίες είναι συνυφασμένες μεταξύ τους και με πολλούς άλλους τρόπους. Λόγου χάρη παράγουν και οι δύο το εφέ της αιωνιότητας, που ναι μεν διαρκεί λίγο αλλά μπορεί και προκύπτει όλο και πάλι μέσα απο κάποιο επόμενο σημείο. Στην περίπτωση της αλήθειας του μέσου δεν πρόκειται ωστόσο για την αιωνιότητα της ονομαζόμενης πραγματικότητας εκτός αρχείου, αλλά πρόκειται για τη σκοτεινή και κρυφή αιωνιότητα του φορέα του αρχείου. Ο φορέας του αρχείου, όπως είπαμε, είναι εκείνος που προσδίδει στα σημεία του αρχείου τη χρονική τους σταθερότητα, η οποία τους εγγυάται διάρκεια. Κατα συνέπεια μόνο με την εισβολή του βλέμματος στον υπομεσιακό χώρο και άρα με την αναζήτηση ενός μηνύματος υποψίας, μπορεί ο παρατηρητής να διερευνήσει το ζήτημα της διάρκειας του ίδου του αρχείου.

Το συμπέρασμα που βγαίνει απο όσα εκτέθηκαν ως εδώ είναι, οτι τελικά εκείνο το οποίο στηρίζει το αρχείο, εκείνο που αποτελεί το φορέα του αρχείου είναι η υποψία και μάλιστα η ίδια εκείνη μεσοοντολογική υποψία που ταυτόχρονα το υποθάλπτει. Μιάς κι όμως η μεσοοντολογική υποψία αυτή καθαυτή είναι αιώνια, εφόσον δεν μπορεί να διασπαθιστεί ολοκληρωτικά με καμμία διείσδυση του βλέμματος στο εσωτερικό του αρχείου, μπορούμε να πούμε οτι η ίδια η υποψία συνιστά τον όρο της  αιώνιας διάρκειας του αρχείου. Η μοντέρνα εποχή εξάλλου του δυτικού πολιτισμού, θεωρείται η κατεξοχήν εποχή της υποψίας, εποχή δηλαδή, που διακρίνεται για την ριζική αμφισβήτηση όλων των αξιών, παραδόσεων και αληθειών. Αυτός είναι κι ο λόγος που κατα περιόδους καταβλήθηκαν και καταβάλλονται υπέρογκες προσπάθειες για τη διασφάλιση των αξιών απο την υποψία και τη θεσμοθέτηση «σταθερών υπόβαθρων». Δεν είναι επίσης τυχαίο οτι η μοντέρνα εποχή είναι η κατ εξοχήν εποχή της αρχειοθέτησης. Και η μοντέρνα εποχή πάλι, μπορεί μεν να κατέστρεψε όλους τους παλιούς φορείς, με το επιχείρημα οτι ήταν όλοι τους ασταθείς, πεπερασμένοι και επισφαλείς, όμως απο την άλλη πρόσφερε στις πολιτιστικές αξίες τη νέα και σταθερώτατη βάση της υποψίας. Κι αυτή, μιάς κι αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό της επιφάνειας, δεν μπορεί ούτε να καταργηθεί ούτε να υποσκαφτεί ποτέ. Ότι φαίνεται γίνεται αυτομάτως ύποπτο. Και ταυτόχρονα η υποψία αφήνει πάντοτε να εννοηθεί, οτι κάτω απο την επιφάνεια των ορατών πραγμάτων κρύβονται άλλα αόρατα που είναι φορείς των ορατών. Απο την άποψη αυτή μπορούμε να πούμε, οτι η υποψία δεν καταστρέφει απλώς τις παλιές αξίες αλλά τις αντικαθιστά. Η υποψία μεταγράφει διαρκώς παλιά σημεία με νέα μέσα κι αποτελεί άρα το μέσο όλων των μέσων. Οι δε μεταγραφές αυτές των σημείων διαδραματίζονται στη βάση μιας συγκεκριμένης οικονομίας, στην παρουσίαση της οποίας είναι αφιερωμένα τα ακόλουθα κεφάλαια.

Leave a Comment

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: