Skip to content

Γιώργος Μεταξάς: Η κρίση των subprimes

Η ΚΡΙΣΗ ΤΩΝ SUBPRIMES

α. Τίποτα δεν φαίνεται να έχει αλλάξει, καί όμως όλα είναι διαφορετικά.

Μια κρίση με πολλά ονόματα, που ξέσπασε το καλοκαίρι του 2007: Άρχισε σαν κρίση υποθηκών, στο μεταξύ έγινε κρίση του τομέα των ακινήτων και της οικοδομικής βιομηχανίας των ΗΠΑ, οι ειδικοί μιλάνε για την κρίση των subprimes, με άλλα λόγια των δευτερευόντων – υποδεέστερων (αγορών δανείων)! Αυτό που ξεκίνησε σαν αμερικάνικο πρόβλημα στεγαστικών δανείων χαμηλής αξιοπιστίας (των δανειοληπτών), άγγιξε τις διεθνείς αγορές και επεκτάθηκε σε μια τραπεζική κρίση.   Ο σταρ των διεθνών χρηματιστηρίων μίλησε για την βαθύτερη κρίση από την εποχή της δεκαετίας του ΄30, την μεγάλη φούσκα υπερασπιζόμενος ταυτόχρονα τον παρεμβατισμό και την ανοικτή κοινωνία (τν συμφερόντων του).   Στην ιστορία του καπιταλισμού δεν υπάρχει μια τόσο αναμενόμενη και μια τόσο προκαταβολικά ανακοινωμένη κρίση.
Στο βιβλίο του Joachim Bischoff, Zukunft des Finanzmarktkapitalismus, (Το Μέλλον του Καπιταλισμού των Χρηματιστικών Αγορών), που κυκλοφόρησε το 2006, γίνονται σαφείς αναφορές στην σημερινή εκδοχή της αμερικάνικης κρίσης μέσα από το παράδειγμα της προηγούμενης κρίσης της Ιαπωνίας στα 1989 / 1990. Και εκείνη η κρίση ήταν μια κρίση της οικοδομικής βιομηχανίας – υπερσυσσωρρευση χρηματικού κεφαλαίου – από την οποία ακόμα δεν έχει ολοκληρωτικά συνέλθει η Ιαπωνία, και στο κείμενο ακολουθούν σκέψεις για ένα παρόμοιο φαινόμενο, αναμενόμενο στην οικονομία των ΗΠΑ. Ακόμα στο περιοδικό Prokla τεύχος 146 τον Μάρτιο του 2007, υφίσταται μια ανάλυση για την επερχόμενη κρίση σαν μιας δυνατότητας στο άρθρο του Trevor Evans Das Ende der Immobilienblase in der USA (Το Τέλος της οικοδομικής Φούσκας στις ΗΠΑ στο οποίο άρθρο αναπτύσσονται και άλλα δυο σενάρια αυτό της ομαλής προσγείωσης του Bernanke και εκείνο της ύφεσης των Paul Krugman και Wolfgang Münchau..
Η αναμονή της κρίσης δεν είναι μόνο ένα συμπέρασμα οξυδερκών και αισιόδοξων αριστερών αναλυτών. Στην συνάντηση του διεθνούς οικονομικού φόρουμ στο Νταβός από τις 24 – 28 Ιανουαρίου του 2007 ο αμερικάνος καθηγητής της οικονομίας Nouriel Roubini αναφέρθηκε στην επερχόμενη οικονομική ύφεση στις ΗΠΑ, ενώ στις ίδιες τις ΗΠΑ οικονομολόγοι προειδοποιούσαν εδώ και καιρό για την φούσκα των ακινήτων. Η αμερικανίδα οικονομολόγος Anna Schwarz, σε ηλικία 92 χρονών, που έζησε την κρίση του 1929, προειδοποιούσε για τα χαμηλά επιτόκια επενδύσεων, γύρω στο 1%, που προκαλούν με το τζάμπα χρήμα σε κάθε είδους περιπέτειες. Η κεντρική τράπεζα, κατά την γνώμη της, δεν κατάφερε να καταπιαστεί με τα πλέον προφανή προβλήματα μιας τέτοιας επιλογής.

Οι φτωχοί ανακαλύπτουν τα δάνεια και το χρηματιστήριο

Η ιδιοκτησία για τα μεσαία στρώματα των αναπτυγμένων καπιταλιστικών κοινωνιών δεν είναι κάτι αυτονόητο. Ένας συνδυασμός διάφορων ιδεολογιών, αισιοδοξίας για το μέλλον – η οικονομία πάει καλά – το κεραμίδι πάνω από το κεφάλι, ένα σίγουρο κεφάλαιο που δεν χάνεται – κεφάλαιο που δεν είναι κεφάλαιο αλλά θησαυρός εκτός κυκλοφορίας – και ένα αντικείμενο επίδειξης, είναι το υπόβαθρο όλης αυτής της κίνησης από την μεριά των καταναλωτών. Ένα μέρος λοιπόν των μεσαίων στρωμάτων των ΗΠΑ προσπάθησε να εξασφαλίσει στέγη με στεγαστικό δάνειο, υποθηκεύοντας την στέγη αυτή προκαταβολικά, δίνοντας μεταβιβάσιμες εγγύητικές επιστολές που η μόνη τους εξασφάλιση ήταν η εισαγωγή τους στα κτηματολόγια. Η κυκλοφορία αυτών των υποθηκών από τις τράπεζες στην αγορά υπολόγιζε σε μια χρηματοδότηση που στηριζόταν στην αύξηση των τιμών των σπιτιών μέσα από μια αυξηση της ζήτησης και επιτάχυνση της κυκλοφορίας. Οι διάφοροι αγοραστές προσπάθησαν να εξασφαλίσουν το κεφάλαιο που τους έλειπε, για να αποπληρώσουν γρηγορότερα τα χρέη τους, φτιάχνοντας και δεύτερο σπίτι, ελπίζοντας και σε αυτή την αύξηση. Για τον λόγο αυτό οι κρίσεις στον οικοδομικό τομέα δεν είναι κάτι σπάνιο. Το ενδιαφέρον είναι ότι στην περίπτωση του καλοκαιριού του 2007, είχαμε μια εξάπλωση που η ισχυρότερη κυβέρνηση και η ισχυρότερη τράπεζα δεν μπόρεσαν να ελέγξουν.
Πέρα από τα μεσαία στρώματα, ο αμερικάνικος καπιταλισμός προσπαθεί να ενσωμάτωσει την εργατική τάξη της χώρας με δυό τρόπους: 1. μέσα από τον μισθό που εξασφαλίζει την αναπαραγωγή της τάξης αυτής (η εργασία σαν συνδυασμός καταναγκασμού και ελευθερίας είναι κανόνας του παγκόσμιου συστήματος), και 2. με την στρατηγική επιλογή, ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα, της ένταξης της στο πίστωτικό σύστημα. Μέ τον δανεισμό και τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από αυτόν, οι εργάτες γίνονται εργατικότεροι και εντάσσονται και θεσμικά στην διαδικασία αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Το άνοιγμα των τελευταίων 20 χρόνων προς την μαύρη εργατική τάξη των νότιων πολιτειών, και τους ισπανόφωνους είναι μια προσπάθεια του κράτους των ΗΠΑ να αφομοιώσει ακόμα και το κομμάτι εκείνο της εργατικής τάξης που στέκεται στο περιθώριο, αλλά που φαίνεται ότι, παρά τις ακόμα περιορισμένες δυνατότητές της, να διατηρεί μια αισιόδοξη ψευδαίσθηση γύρω από το αμερικάνικο όνειρο. Το αποτέλεσμα και για τις δυο τάξεις είναι ότι ο αμερικάνος καταναλωτής, αν και ο πλέον χρεωμένος, είναι και αυτός με την μεγαλύτερη σχετικά με τα διεθνή μετρα περιουσία.

Η αρχή βρίσκεται στην απορρύθμιση των αγορών των ΗΠΑ που ξεκίνησε το 1980 και ολοκληρώθηκε το 1990, καταργώντας όλους του νόμους προστατευτισμού που είχαν εισαχθεί μετά την κρίση του 1929. Η χρηματιστηριακή κρίση και η κρίση των νέων τεχνολογιών στους πρώτους μήνες του 2000, ώθησε την οικονομία των ΗΠΑ σε μια ανάπτυξη, που στηριζόταν στην πίστη και στις ιδιωτικοποιήσεις. Πολλές επενδύσεις κατευθύνθηκαν στην κατοικία, όπου υπήρξε αυξημένη ζήτηση και επόμενα αύξηση των τιμών. Παλιά τα στεγαστικά δάνεια είχαν σαν προϋπόθεση την συμμετοχή κατά 20% του δανειολήπτη, την εγγύηση μιας σταθερής θέσης εργασίας και επιτόκιο 1% πάνω από τα τραπεζικά επιτόκια δανεισμού. Στα νέα ενυπόθηκα δάνεια των subprimes δεν υπήρχε απαίτηση για σταθερό εισόδημα, αλλά τα επιτόκια αποπληρωμής μετά από 2 χρόνια που ήταν σταθερά και χαμηλά, αναπροπσαρμόζονταν φτάνοντας στο 5% πάνω από τα τρέχοντα επιτόκια δανεισμού.   Σε μια εποχή χαμηλών επιτοκίων, όπως πριν από μερικά χρόνια, αυτό υπήρξε ένα πλεονέκτημα για αυτόν που έπαιρνε το δάνειο. Πριν από 10 χρόνια λοιπόν φτωχοί άνθρωποι (αυτοί με την ασθενέστερη πιστωτική φερεγγυότητα) πήραν δάνεια των 100.000$, αποπληρώνοντάς τα με βάση τους παραπάνω όρους, με αρχικά επιτόκια του 3%, και που τώρα έχουν φτάσει στα 18%. Ακόμα και αρχικά, οι υπολογισμοί ήταν αρκετά στενοί, δηλαδή με άλλα λόγια δεν έμεναν πολλά περιθώρια ευελιξίας για τα νοικοκυριά. Από το 2005, που άρχισαν να επαναπροσδιορίζονται τα πρώτα επιτόκια σε υψηλότερα ποσοστά, στο βαθμό που αυξήθηκαν τα επιτόκια δανεισμού, πολλοί από αυτούς που πήραν κάποτε τα δάνεια δεν μπορούσαν όλο και συχνότερα πλέον να πληρώσουν τις μηνιαίες δόσεις. Μέχρι πρόσφατα οι τράπεζες τους καθησύχαζαν με το ότι στο μεταξύ έχει τριπλασιαστεί η αξία του σπιτιού τους, και έτσι ότι μπορούν να κάνουν κι άλλες υποθήκες για δάνεια, προκειμένου να πληρώσουν τις δόσεις. Οι τράπεζες γνώριζαν ότι δανείζουν χρήματα σε αφερέγγυους πελάτες και έτσι από την αρχή λοιπόν επίσης γνώριζαν ότι πρόκειται για μια φούσκα που κάποτε θα σκάσει.   Επόμενα δεν συνιστά έκπληξη ότι αρκετοί από τους πιστωτές αυτών των νοικοκυριών έχουν μεγάλες οικονομικές ζημιές που φτάνουν μέχρι την χρεοκοπία όπως π.χ. η American Home Mortgage (κάτι σαν Κτηματική Τράπεζα).
Η ενασχόληση των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων με το χρηματιστήριο δεν είναι μια νέα υπόθεση, αλλά κάτι που έρχεται από τον 19ο αιώνα, και πίσω από αυτήν κρύβεται μια αισιοδοξία για μια καλύτερη ζωή ανόλογη με την περίπτωση των τυχερών παιχνιδιών. «Αν περάσετε μπροστά από το χρηματιστήριο το μεσημέρι θα συναντήσετε εκεί μια μεγάλη ουρά. … Αυτή η ουρά αποτελείται από ανθρώπους όλων των κατηγοριών αστούς, συνταξιούχους, μπακάληδες, θυρωρούς, παραγγελιοδόχους, ταχυδρομικούς, καλλιτέχνες, ηθοποιούς… Καθισμένοι στην άκρη της αίθουσας, δίπλα στον δημόσιο διαλαλητή του χρηματιστηρίου αγοράζουν μετοχές που τις πουλάνε στην ίδια συνεδρία».   Παρίσι 1857! «Το 1837 ζήσαμε μια αναπόφευκτη ορμή να παρασύρει όλα τα πνεύματα προς το χρηματιστήριο. Η δημιουργία των σιδηροδρόμων έδωσε μια νέα δύναμη σε αυτήν την ορμή. … Το μικρό σκηνικό διαμορφώνει τις δουλειές των μικροαστών. Το απέναντι μικρό σκηνικό συγκινεί τα κεφάλαια του προλεταριάτου. Το ένα λειτουργεί για τους θυρωρούς, τους μάγειρες, τους αμαξηλάτες, τους ψήστες, του ψιλικατζήδες, τα γκασόνια των καφενείων. Το άλλο κατεβαίνει ακόμα χαμηλότερα στην κοινωνική ιεραρχία. Μια μέρα είπαμε στον εαυτό μας: ο τσαγκάρης, ο πωλητής σπίρτων, ο εκκενωτής βόθρων, αυτός που πουλάει πατάτες τηγανιτές στις γωνίες δεν ξέρουν πως να αξιοποιήσουν τα κεφάλαιά τους, ας τους ανοίξουμε την μεγάλη αγορά του χρηματιστηρίου. … Ανοίξαμε λοιπόν το απέναντι μικρό σκηνικό. Πουλάγαμε για τρισήμισι φράγκα με σταθερή μελλοντική απόδοση (πρόγονοι των rente funds!!) και πραγματοποιούσαμε κέρδη του ενός λεπτού, οι δουλειές έβριθαν  στο απέναντι μικρό σκηνικό (over the counter με σύγχρονη ορολογία), και μετά ήρθε το βούλιαγμα του προηγούμενου μήνα».   (Εννοεί την οικονομική κρίση του 1837). Το καινούργιο στοιχείο, άγνωστο στην εποχή εκείνη, είναι η συμμετοχή της εργατικής τάξης στο πιστωτικό σύστημα και όχι απλά στις προκαταβολές από το αφεντικό ή τα δανεικά από τους φίλους και συγγενείς. Και να αυτό αποτελούσε μια εξαίρεση της αμερικάνικης εκδοχής του καπιταλισμού από τις αρχές του 20ου αιώνα, έγινε ο κανόνας του αναπτυγμένου καπιταλισμού στα τέλη του.
Δεν υπάρχει βέβαια άμεση αναλογία ούτε στο μέγεθος ούτε στις συνθήκες ανάπτυξης του καπιταλισμού του τότε και του σήμερα αλλά αυτό που υφίσταται είναι μια εμμονή τμημάτων των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων στον φετιχισμό του χρήματος και του κεφαλαίου συνδιασμένων με το φρούδο ή τουλάχιστον αμφίβολο ιδεολόγημα της κοινωνικής ανέλιξης και της ασφάλειας. Στην εμμονή αυτή περιλαμβάνεται και ένας γενικευμένος φετιχισμός του τόκου, η πεποίθηση δηλαδή ότι ο τόκος είναι κάτι που αποδίδει το κεφάλαιο από μόνο του απλά επειδή υφίσταται σαν τέτοιο. Ο διαχωρισμός του τόκου από την υπεραξία είναι ο βασικός λόγος που κάποια στιγμή εμφανίζονται οι χρηματιστηριακές φούσκες που επαναφέρουν το χρηματιστήριο στην πραγματικότητα της παραγωγής. Στην δεδομένη περ’ιπτωση επιπλέον, οι μικροεπενδυτές και τα παιχνίδια της τύχης είναι περιθωριακό φαινόμενο του χρηματιστηρίου, και λειτουργούν επικουρικά ή περιθωριακά. Οι κεντρικοί ρυθμιστές των τιμών του χρηματιστηρίου που ακόμα και στην παρούσα κρίση βγαίνουν κερδισμένοι, είναι το μεγάλο κεφάλαιο και οι παγκόσμιοι παίκτες ή χρυσοί αλεξιπτωτιστές, όπως των αποκαλεί πρόσφατα υποτιμητικά ο γαλλικός τύπος.

Υπερσυσσώρευση

Στηριγμένη στον νεοφιλελεύθερο αναπροσανατολισμό της οικονομίας, υπήρξε μεγάλη μεταφορά κεφαλαίου από τους άμεσα παραγωγικούς τομείς στους χρηματοπιστωτικούς. Το μέρος του κεφαλαίου που δεν είναι προορισμένο να καταναλωθεί σαν εισόδημα μετατρέπεται σε χρηματιστικό κεφάλαιο μόνο όταν δεν είναι άμεσα χρησιμοποιήσιμο στην διεύρυνση της επιχείρησης στην σφαίρα της παραγωγής στην οποία πραγματοποιήθηκε. … Μετατρέπεται επόμενα σε χρηματικό κεφάλαιο και χρησιμεύει στη διεύρυνση της παραγωγής σε άλλες σφαίρες. … Εάν αυτή η νέα συσσώρευση προσκρούσει σε δυσκολίες στην χρήση της, από έλλειψη περιοχών απασχόλησης (έτσι ώστε το απασχολημένο αναπαραγωγικό κεφάλαιο να αποδίδει χαμηλότερους τόκους), τότε αυτή η πληθώρα χρηματιστικού κεφαλαίου δεν αποδεικνύει τίποτα άλλο από τα όρια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Ο επακόλουθος ίλιγγος των πιστώσεων αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει κανένα θετικό εμπόδιο στην χρήση αυτού του κεφαλαίου που πλεονάζει, αλλά ένα εμπόδιο όμως στους νόμους της αξιοποίησής του, το εμπόδιο του μέχρι που το κεφάλαιο μπορεί να αξιοποιηθεί σαν κεφάλαιο. Η πληθώρα του χρηματιστικού κεφαλαίου σαν τέτοιου δεν εκφράζει απαραίτητα υπερπαραγωγή ή ζήτηση σφαιρών απασχόλησης για το κεφάλαιο.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση έχουμε πληθώρα κεφαλαίου που εκφράζεται τόσο από το γεγονός ότι η υπερπαραγωγή κατοικίας στις ΗΠΑ είναι αποτέλεσμα των δανείων προς τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, όσο και στο ότι η παγκόσμια υπερπαραγωγή κεφαλαίου στον παραγωγικό τομέα οδήγησε στην καταστροφή μέρους του μέσα από την μεταφορά στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Η επιπλέον διαφορά είναι ότι αυτό αποτέλεσε στρατηγική επιλογή από μεριάς του κεφαλαίου και όχι αδυναμία αξιοπόιησης σε άλλες σφαίρες, αφού στον χρηματοπιστωτικό τομέα παρουσιάζονταν τα υψηλότερα ποσοστά κέρδους.
Αναλυτικότερα: Τα στοιχεία που αποτρέπουν την αύξηση των ποσοστών του κέρδους έπαψαν να λειτουργούν. Είχαμε σταθεροποίηση των μισθών, μείωση της φορολογίας του μεγάλου κεφαλαίου, επιτάχυνση της διακίνησης του κεφαλαίου, αλλά και των επί μέρους κεφαλαίων, που οδήγησαν σε υπερπαραγωγή χρηματικού κεφαλαίου, που αναζήτησε νέους χώρους επένδυσης προκειμένου να αξιοποιηθεί. Η ιδιοκτησία εκφράζεται σε αυτή την περίπτωση σαν χρηματιστική περιουσία. Αυτές είναι οι αρχικές προϋποθέσεις μιας κρίσης που γέννησε φόβους για ένα κραχ, σύμφωνα με ένα απαισιόδοξο σχήμα κατάρρευσης των χρηματιστηρίων, κρίσης στον τομέα της πίστης, κρίσης τους διεθνούς εμπορίου που θα κατέληγε σε μια παγκόσμια παραγωγική κρίση υπερσυσσώρευσης. Στις 21 Ιανουαρίου ο πανικός κορυφώθηκε με παγκόσμια πτώση των χρηματιστηρίων σε επίπεδα 6% με 7% έως και 11%. Οι ενέργειες των διεθνών τραπεζών κινήθηκαν με τον φόβο μιας μαύρης Πέμπτης (όπως στις 24 Οκτωβρίου του 1929). Κρατικές τράπεζες όπως η αμερικανική ομοσπονδιακή (κεντρική) τράπεζα, η κεντρική ευρωπαϊκή τράπεζα, η κεντρικές τράπεζες του Καναδά, της Ελβετίας, και της Ιαπωνίας αλλά και πολλές άλλες, προσπάθησαν με κάθε μέσο θεμιτό και αθέμιτο, πράγμα που αποτελεί μια καινουργια τραπεζική κουλτούρα να ξεπεράσουν το πρόβλημα. Η ιστορία φαινόταν να αγγίζει όχι μόνο διεθνείς και εθνικές αλλά ακόμα και μεσαίες τράπεζες. Ανακαλύφτηκε, έστω και προσωρινά, ο κρατικός παρεμβατισμός με την μορφή κρατικών εγγυήσεων και επαπειλούμενων κρατικοποιήσεων. Το γεγονός μιας εκτεταμμένης τραπεζικής κρίσης εμφάνισε από μεριάς του μεγάλου κεφαλαίου μια ιστορική συνείδηση του είδους ότι πρόκειται η μεγαλύτερη κρίση μετά το 1945 και που μπορεί να γίνει ευρύτερη από αυτήν της δεκαετίας του ΄20, αφού εξαιτίας των διεθνών διαπλοκών του κεφαλαίου μπορεί να επεκταθεί ταχύτερα και μακρύτερα.
Επειδή η συσσώρευση του χρηματιστικού κεφαλαίου διογκώνεται (όμως) μέσα από … ροπές που είναι ανεξάρτητες από αυτό, αλλα που συνοδεύουν τη πραγματική συσσώρευση, πρέπει σε συγκεκριμένες φάσεις του κύκλου πάντα να υφίσταται μια πληθώρα αυτού του χρηματιστικού κεφαλαίου και αυτή η πληθώρα να εξελίσσεται μαζί με την ανάπτυξη της πίστης, ώστε ταυτόχρονα να προωθεί την αναγκαιότητα της παραγωγικής διαδικασίας πέρα από τα καπιταλιστικά της όρια. – υπερεμπορία, υπερπαραγωγή, υπερδανεισμός. Αυτά όλα πρέπει όμως να συμβαίνουν με μορφές που προκαλούν ανταπόδωση.   Ο διαχωρισμός του τόκου από την παραγωγή υπεραξίας με άλλα λόγια δεν είναι απλά ένα ιδεολογικοπολιτικό ερώτημα αλλά ένα οικονομικό ζήτημα. Είτε σαν αυτονόμηση των επιτοκίων από την πραγματική παραγωγή υπεραξίας με μια έννοια αντίθετη από αυτήν που ισχυρίζεται ο Μαρξ, (πρέπει να είναι χαμηλότερα από το μέσο ποσοστό του κέρδους το οποίο όμως από την πλευρά των χρηματιστών θεωρείται σαν κατώτατο όριο αξιοποίησης) είτε γενικότερα σαν μια καθυστέρηση των ρυθμών ανάπτυξης του πιστωτικού κεφαλαίου σε σχέση με αυτών του παραγωγικού. Στην περίπτωση της πρόσφατης κρίσης είχαμε δυο διαδοχικές ετεροχρονισμένες υπερσυσσωρεύσεις πρώτα χρηματικού κεφαλαίου στην παγκόσμια βιομηχανία, την οποία διαδέχθηκε μια διεθνής συσσώρευση χρηματιστικού κεφαλαίου σαν αντανάκλαση της υπερσυσσώρευσης εμπορικού κεφαλαίου στην διεθνώς διαπλεκόμενη οικοδομική βιομηχανία των ΗΠΑ. Τα φαινόμενα απατούν!

Επιφυλάξεις

Στο σημείο αυτό θα διατυπωθούν κάποιες επιφυλάξεις. Μέσα από την εδώ και χρόνια διαλαλούμενη διαρκή οικονομική κρίση, σαν συντακτική ιδεολογική συνιστώσα του φιλελεύθερου κράτους, και την με αυτήν συνδυασμένη αύξουσα επιθετικότητα του νεοφιλελευθερισμού, επιτεύχθηκε μια απίστευτη για την ιστορία του καπιταλισμού, συναίνεση της εργατικής τάξης και των υπόλοιπων στρωμάτων της κοινωνίας. Εδώ και χρόνια ακούμε ότι η οικονομία βρίσκεται σε κρίση και ότι οι εργαζόμενοι πρέπει να κάνουν θυσίες προς όφελος του κεφαλαίου προκειμένου να παραμείνει στην συγκεκριμένη χώρα και περιοχή και να διατηρηθούν οι θέσεις εργασίας. Η σχετική αυτοσυγκράτηση δεν έφερε αύξηση των επενδύσεων, αλλά και όταν πράγματι έγινε, κύρια σε σταθερό (μέσα παραγωγής) και όχι μεταβλητό κεφάλαιο (αύξηση της απασχόλησης). Τα τελευταία χρόνια το κεφάλαιο χάρη στην απρόσκοπτη αύξηση του ποσοστού του κέρδους έχει πλέον άλλα προβλήματα και πρώτα απ’ όλα το πρόβλημα της υπερσυσσώρευσης χρηματικού κεφαλαίου, όπως ήδη αναφέρθηκε. Από την άλλη παρόλα τα πρωταθλήματα εξαγωγών, η εσωτερική αγορά δεν μπορεί να καταναλώσει τα εμπορεύματα που παράγει η κοινωνία στο βαθμό που δεν υπάρχει αντίστοιχη αύξηση των μισθών και των εισοδημάτων γενικότερα.. Τα πράγματα, αναφορικά με την οικονομική κρίση,  εξακολουθούν ακόμα και σήμερα να μεγαλοποιούνται, προκειμένου να επιτευχθούν ακόμα καλύτερες συνθήκες αξιοποίησης του κεφαλαίου και μετακύλησης των απωλειών της κρίσης στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, που αποδέχονται σχεδόν μοιρολατρικά την κατάστασή τους, χαμένα στην προκατάληψη, τον θρησκευτικό φανατισμό, και τους φετιχισμούς τους! Η κρίση, αν πιστέψει κανείς τις εφημερίδες, είναι διαρκής εδώ και χρόνια! Παρόλο που τα αμερικάνικα (και όχι μόνον) πορτοφόλια δεν έχουν κλείσει εδώ και 20 χρόνια, στην πρόσφατη ύφεση πρωταγωνιστεί η καταναλωτική αδυναμία, με άλλα λόγια η αδυναμία της εργατικής τάξης να αναπαράγει τον εαυτό της στα συνηθισμένα για αυτήν επίπεδα. Τέσσερα είναι τα πράγματα που προβληματίζουν τον αμερικάνο καταναλωτή – εργάτη – η εμπλοκή του στην αγορά των ακινήτων, η πιστωτική του ασφυξία, οι ψηλές τιμές καυσίμων και τροφίμων, και η ανερχόμενη ανεργία.
Σε μια στιγμή που η κρίση φαίνεται να μην επεκτείνεται άλλο και που οι G7 συναντώνται στην Νέα Υόρκη συζητώντας για μελλοντικά μέτρα αποτροπής των κρίσεων και διαφάνειας τελείως αδιαφανών συναλλαγών (11. 04. 2008), εισάγονται νέες οικονομικές συνήθειες στην διεθνή αγορά.   Η αμερικανική μελλοντική πολιτική και οικονομική ηγεσία φαίνεται διχασμένη στο πως μπορεί να υποστηριχθεί το κεφάλαιο. Ο ρεπουμπλικάνος υποψήφιος John Mc Cain, κινούμενος από ιδεολογικά αλλά και προεκλογικά κριτίρια, ισχυρίζεται ότι το κράτος δεν μπορεί να υποστηρίζει ανίκανους επιχειρηματίες στα πλαίσια μιας ελεύθερης οικονομίας, συνοδευόμενος μάλιστα από εκπροσώπους του παραγωγικού κεφαλαίου που θέλουν η κρίση να εξελιχθεί για να ξεκαθαρίσει το τοπίο από τα πλεονάσματα χρηματιστικού κεφαλαίου. Το ίδιο αυτό κεφάλαιο βέβαια, σε αυτή την ιστορία, είναι καλυμμένο γιατί το τμήμα των τραπεζικών δανείων που έχει επενδύσει και χάσει σε αυτό τον τομέα, το αποσβαίνει ή ισοσκελίζει σαν ζημία, και δεν χρειάζεται να εγγυηθεί με πραγματικό κεφάλαιο. Αντίθετα η Hillary Clinton μιλάει για υποστήριξη των μεσοαστών που χάνουν τα σπίτια τους εξαιτίας όλου αυτού του παιχνιδιού, αναγόμενη σε εκπρόσωπο των τάξεων αυτών. Τέλος ο Barack Obama τάσσεται υπέρ του κρατικού παρεμβατισμού αντίστοιχου με εκείνον του Lyndon Johnson. Είναι βέβαια πάγια τακτική του δημοκρατικού κόμματος των ΗΠΑ σε εκλογικές περιόδους να μετατρέπεται σε κόμμα της εργατικής τάξης της χώρας! Παρόλα αυτά ο τελευταίος φαίνεται να είναι ο κερδισμένος της υπόθεσης ρίχνοντας το βάρος της προεκλογικής του εκστρατείας στην οικονομική κρίση, αν και στην συνάντηση των δυο υποψηφίων με τον George W. Bush τον Οκτώβριο του 2008 δεν ακούστηκε καμμιά αντίρρηση για την ακολουθούμενη οικονομική πολιτική.
Σήμερα δεν σκάνε άλλες φούσκες οικοδομικής βιομηχανίας, αλλά αυξάνει ο αριθμός των πιστώσεων που δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί, σε βαθμό που να ξεπερνάει το σύστημα ασφαλείας του τραπεζικού συστήματος. Ένα τοπικό φαινόμενο επεκτάθηκε σε διεθνές επίπεδο. Η γενική υπερσυσσώρευση χρηματιστικού κεφαλαίου έχει οδηγήσει στην εντύπωση μια τεράστιας ηγεμονίας του χρηματιστικού κεφαλαίου και του ανταγωνισμού ακόμα και σε ευρωπαϊκό επίπεδο μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας, αλλά και Ελβετίας, Αγγλίας και ΕΕ. Ο εσωτερικός ανταγωνισμός της ΕΕ απέδειξε ότι το κράτος εξακολουθεί να υφίσταται σαν ισχυρός θεσμός. Ο Sarkozy αγνοώντας τον Οκτώβριο του 2008 τους κοινοτικούς θεσμούς οργάνωσε συνάντης των τεσσάρων χωρών που συμμετέχουν στην G8 για να προσκρούσει τόσο στην άρνηση κοινής πολιτικής από μεριάς της Γερμανίας όσο τις ενστάσεις άλλων χωρών σαν την Ισπανία και την Πολωνία, που οδήγησε σε μια επόμενη και πάλι περιορισμένη συνάντης της ζώνης του €.

Η οικονομία των παραγώγων

Οι οικονομικές αγορές διαπλέκονται μεταξύ τους. Οι επιχειρήσεις είναι κύρια μετοχικές επιχειρήσεις, αδίστακτα προσανατολισμένες στην μεγιστοποίηση των κερδών τους έτσι ώστε αρκετοί να μιλάνε, ηθικολογώντας, για «καπιταλισμό των αρπακτικών». Οι τράπεζες επενδύσεων, τα επενδυτικά κονδύλια  , και τα γραφεία αξιολόγησής τους κινούνται σε διεθνές επίπεδο. Ο κλασσικός μέτοχος αντικαθίσταται από υπερδραστήριους επαγγελματίες το ίδιο επιθετικούς με τις πολυεθνικές εταιρείες και τα οικονομικά συγκροτήματα. Αρκεί να έχουμε υπόψη μας ότι τα 2/3 των μισθών των διευθυντικών στελεχών στον τραπεζικό τομέα οφείλονται στα πριμ βραχυπρόθεσμων επιτυχιών και την συμμετοχή σε «τραπεζικά προϊόντα», των οποίων η υποτίμηση απειλεί τα στελέχη αυτά.   Έχουμε μια κυριαρχία των μεγάλων παικτών, τους οποίους ακολουθούν οι μικροί, που στο τέλος βρίσκονται χαμένοι. Οι παίκτες αυτοί είναι μια αγγλοσαξωνική χρηματιστική ολιγαρχία υπό τον έλεγχο ειδικών, σε καλά οργανωμένους κύκλους, που βασικά ενδιαφέρονται ο ένας για τα παιχνίδια του άλλου. Ο ρόλος του χρηματιστηρίου, τόσο στις καλές, όσο και στις δύσκολες στιγμές είναι στο να εξασφαλίζει στο κεφάλαιο, παραγωγικό και μη χρήμα με αρνητικό επιτόκιο. (Δανείζομαι εκατό, σου επιστρέφω ενενήντα και είσαι και ευχαριστημένος!).Αυτή είναι ίσως και η βασική συνεισφορά των μικροεπενδυτών, που αναφέρθηκαν παραπάνω, στο παιχνίδι αυτό Σε ένα κλίμα περιπέτειας τράπεζες ενδιαφέρονται για άλλες τράπεζες, για επενδυτικά   και εισοδηματικά κονδύλια.    Οι κανόνες είναι ίδιοι σε Αμερική, Ασία και Ευρώπη.
Οι μετοχές σαν τίτλοι ιδιοκτησίας δεν είναι παρά «χάρτινα αντίγραφα πραγματικού κεφαλαίου». … Το πραγματικό κεφάλαιο βρίσκεται δίπλα και δεν αλλάζει (απαραίτητα) χέρια επειδή αυτό το αντίγραφο αλλάζει χέρια. … Τα αντίγραφα που είναι διαπραγματεύσιμα σαν εμπορεύματα και κυκλοφορούν επόμενα σαν κεφαλαιακές αξίες είναι εικονικά και η πορεία της αξίας τους μπορεί να ανεβαίνει ή να πέφτει τελείως ανεξάρτητα από το πραγματικό κεφάλαιο του οποίου αποτελούν τον τίτλο. Έχει την τάση να ανεβαίνει με την πτώση των επιτοκίων στον βαθμό που αυτή είναι ανεξάρτητη από τις χαρακτηριστικές κινήσεις του χρηματιστικού κεφαλαίου, αποτέλεσμα της πτωτικής τάσης του ποσοστού του κέρδους, (sic) έτσι ώστε αυτός ο φανταστικός πλούτος σύμφωνα με την έκφραση της αξίας εξαπλώνεται στην πορεία της ανάπτυξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (για κάθε ξεχωριστό τμήμα το ίδιο της συγκεκριμμένης αρχικής ονομαστικής αξίας).  Όλα αυτά που ακολουθούν στην ουσία έχουν να κάνουν με αυτό τον «φανταστικό πλούτο», που όμως κάπου στην άκρη του υφίσταται μια υλική βάση που εκφράζεται όχι σαν ιδιοποίηση μόνο της υπεραξίας αλλά και σαν επίθεση στο ίδιο το κόστος αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης.
Όσο η διαδικασία αναπαραγωγής ρέει και επόμενα τα έσοδα εξασφαλισμένα, η πίστη διαρκεί και εξαπλώνεται και η εξάπλωση βασίζεται στην ίδια την διεύρυνση της διαδικασίας αναπαραγωγής. Μόλις εμφανιστεί η υπερσυσσώρευση, εξαιτίας καθυστερημένων εσόδων, υπερσυσσωρευμένων αγορών, πτώσης των τιμών, υφίσταται αφθονία παραγωγικού κεφαλαίου, αλλά σε μια μορφή που δεν μπορεί να εξυπηρετήσει τις λειτουργίες του. Μάζες απούλητου εμπορευματικού κεφαλαίου. Μάζες πάγιου κεφαλαίου. Τίποτε δεν πουλιέται όμως. Από την άλλη με την συσσώρευση της υπερπαραγωγής κατά ένα μέρος χωρίς απασχόληση. Η πίστη συστέλλεται 1. επειδή αυτό το κεφάλαιο «υποαπασχολείται» δηλαδή έχει κολλήσει σε μια φάση αναπαργωγής, δεν προχωρά η μεταμόρφωσή του, 2. επειδή η εμπιστοσύνη στην ρευστότητα της διαδικασίας αναπαραγωγής έχει διακοπεί 3. επειδή η ζήτηση για αυτή την εμπορική πίστη ελαττώνεται.

Τα παράγωγα είναι προθεσμιακές συναλλαγές, κατά τις οποίες συμφωνείται σε συγκεκριμένη ημερομηνία και σε συγκεκριμένη τιμή, η πώληση ενός πακέτου που μπορεί να περιέχει εμπορεύματα, αξιόγραφα, συνάλλαγμα, (δάνεια, δικαιώματα πάνω σε επιχειρήσεις, δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Γ.Μ.). Η τιμή αγοράς τους εξαρτάται από άλλα παρόμοια οικονομικά εργαλεία, όπως άλλα αξιόγραφα, τιμές μετοχών ή επιτόκια. Σε αυτά περιλάνονται ενδοχρηματιστηριακές συμφωνίες προθεσμιακών μελλοντικών πωλήσεων εμπορευμάτων ή οικονομικών τίτλων σε προκαταβολικά ορισμένες τιμές (Futures), και δικαιώματα αποδοχής ή όχι μιας αγοράς εμπορευμάτων, αξιογράφων, συναλλάγματος, παραγώγων (Options).Τα παράγωγα διαπραγματεύονται είτε σε προθεσμιακά χρηματιστήρια ή over the counter.   Το over the counter στην ουσία συνιστά ένα ευφημισμό για το κάτω από το τραπέζι. Σε αυτά τα σκιώδη χρηματιστήρια, σε αντίθεση προς τα επίσημα, πραγματοποιείται το μεγαλύτερο μέρος των συναλλαγών και των κερδών μέσα στην χρηματιστική αγορά.
Με άλλα λόγια τα χρηματοπιστωτικά παράγωγα είναι αξιόγραφα δευτέρου ή τρίτου βαθμού: Αξιόγραφα που αποτελούνται από αξιόγραφα που επίσης μπορούν να αποτελούνται από αξιόγραφα. Είναι περιουσιακά στοιχεία η αξία των οποίων συνδέεται με ένα άλλο περιουσιακό στοιχείο – «παράγεται από αυτό». Πρόκειται για ένα στοίχημα στο μέλλον για κάποια δικαιώματα πάνω σε πιθανές δραστηριότητες. Η αγοροπωλησία των παραγώγων είναι εννιά φορές μεγαλύτερη από αυτή των υπόλοιπων αξιογράφων.

Τα παράγωγα αντιμετωπίζονται κύρια τεχνικά στην μαρξιστική συζήτηση, αν και διατρέχουν ένα μεγάλο κομμάτι των διεθνών οικονομικών συναλλαγών και θα έπρεπε να μετασχηματίσουν την αντίληψή μας για το χρήμα και τον καπιταλισμό.   Τα παράγωγα είναι το δυναμικότερο τμήμα των διεθνών εμπορικών συναλλαγών. Οι Bryan και Rafferty ισχυρίζονται ότι αυτό που επέφεραν οι ΕΠΕ και οι ΑΕ μαζί με το χρηματιστήριο στην φύση της ιδιοκτησίας, επέφεραν τα χρηματοπιστωτικά παράγωγα στην φύση του χρήματος, υπόθεση που παρουσιάζει ενδιαφέρον. Την χρηματική λειτουργία των παραγώγων την στηρίζουν στην έκταση που έχουν πάρει σαν εγγυήσεις όχι φυσικών εμπορευμάτων, αλλά κύρια χρηματοπιστωτικών προϊόντων και χρήματος. Τον Ιούνιο του 2001 οι εκκρεμότητες που υπήρχαν μετά την κρίση των .com στα over the counter (και κάτω από το τραπέζι, Γ.Μ.) παράγωγα ήταν 10 τρισεκατομμύρια $, από τα οποία το 76% αποτελούσαν παράγωγα επιτοκίων και το 21% παράγωγα συναλλάγματος και τα δύο σαν Swaps  . Αναγνωρίζοντας στην συγκεκριμένη περίπτωση την συνιστώσα του τζόγου, αντιτείνουν στα παράγωγα την προσπάθεια διαχείρησης επιχειρηματικών κινδύνων που οφείλονται στην αστάθεια των αγορών και των συναλλαγματικών ισοτιμιών.   Πίσω από αυτή την θέση, στο βαθμό που αυτός είναι ο φαινομενικός στόχος των παραγώγων, βρίσκεται μια επιμονή σε μια παραδοσιακή μαρξιστική άποψη ότι το χρήμα είναι εμπορευματικό και μάλιστα χρυσός, όπως γίνεται σαν θέση εργασίας αποδεκτό για λόγους απλοποίησης στην αρχή του πρώτου τόμου του «Κεφαλαίου»  , και που σχετικοποιείται ήδη λίγο παραπέρα με ένα παράδειγμα του μεγαλύτερου εμπορικού οίκου του Λονδίνου απ’ όπου φαίνεται ότι τότε (το 1856!) μόνο το 2,96% των εσόδων (ενεργητικού) του και 1,09 των εξόδων (παθητικού) του ήταν σε μεταλλικό χρήμα (χρυσό και άργυρο), και 7,81% και 2,27% αντίστοιχα σε τραπεζογραμμάτια.   Παραπέρα αναφέρονται στις κοινωνικές σχέσεις που διαμεσολαβούνται από το χρήμα, την κοινωνική εξουσία και την εμπιστοσύνη, σαν α-ίστορικές γενικές θεωρίες, που σαν γεγονός αρνούνται ή τουλάχιστον αποκλείουν ακριβώς την καπιταλιστική φύση του χρήματος. Με μια αναφορά στον Λαπαβίτσα θέτουν το θέμα του χρήματος χωρίς εμπορευματική αξία, π.χ. του χαρτονομίσματος ενός χρήματος εν γένει στον καπιταλισμό που παύει (από το 1973 και τυπικά Γ.Μ.) να είναι προσδεμένο στο εμπορευματικό χρήμα.   Το συμβολικό χρήμα δεν σημαίνει ότι υπάγεται όμως σε συμβολικές αξίες ή συμβολική εργασία. Όπως στην περίπτωση της πίστης ή ακόμα και των παραγώγων, πίσω από αυτές τις μορφές, κατά βάση δανεισμού, υφίσταται μια υπόσχεση μελλοντικής αξιοποίησης που έτσι κι αλλιώς δεν αναιρεί την ιδιότητα του χρήματος σαν συμβόλου. Αυτό θα μπορούσε να είναι το μονοπάτι που από τα παράγωγα θα μας έφερνε πίσω στον εργάσιμο χρόνο. Τα παράγωγα λειτουργούν όσο π.χ. οι αρχικοί συντελεστές του πακέτου ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους και οι επιχειρήσεις καταβάλλουν τις μηνιαίες δόσεις των δανείων με κυλιόμενα ή με σταθερά επιτόκια. Οι αμοιβαίες εξασφαλίσεις των πακέτων, τον μόνο που εξασφαλίζουν είναι τους ενδιάμεσους που εισπράττουν τις προμήθειες.   Όταν η ανικανότητα κάλυψης των υποχρεώσεων αυτών ξεπερνάει τα όρια ασφαλείας του συστήματος, γιατί για παράδειγμα οι επιχειρήσεις δεν είναι σε οποιοδήποτε βαθμό διαμεσολάβησης σε θέση να υλοποιήσουν τη υποσχεθείσα υπεραξία, ή το κόστος αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης ανεβαίνει τόσο ώστε να μην περισσεύει τίποτα για το στεγαστικό δάνειο, το όλο σύστημα του συμβολικού χρήματος ξεχνάει τις πλασματικές υπεραξίες και θέλει χρήμα στην παραδοσιακή του μορφή και συμβιβάζεται μόνο με ομόλογα του αμερικανού δημοσίου (ακόμα)! Και στην περίπτωση αυτή δεν έχουμε βέβαια καμιά κατεψυγμένη, εν υπνώσει εργασιακή λογιστική μονάδα.  .
Είναι πραγματικά αμφίβολο του κατά πόσο τα παράγωγα παίζουν τον ρόλο της συμμετροποίησης των χρηματοπιστωτικών κεφαλαίων, στο βαθμό που οι τιμές τους εξαρτώνται όχι μόνο από την προσφορά και την ζήτηση αλλά και από πολλούς συντελεστές που συντίθενται μεταξύ τους.   Ακόμα και χωρίς την λογική της μεγιστοποίησης του κέρδους, και στην ουσία μέσα από την κατασκευή παραγώγων επιδιώκεται μια εξασφάλιση των ανταλλαγών πέρα από τις διακυμάνσεις της αγοράς, (περισσότερο από την εποχή του χρυσού σαν λογιστικού χρήματος τον 19ο αιώνα), τα ίδια τα παράγωγα μετατρέπονται σε εμπόρευμα και υπόκεινται σε νόμους και πιέσεις της αγοράς, π.χ. των μεταβολών των τιμών των μετοχών στις ΗΠΑ, και με πολύ μεγαλύτερη διακύμανση και μη προβλεψιμότητα της τιμής τους απ’ ό,τι οι μετοχές ή τα διεθνώς αποδεκτά νομίσματα. Τα παράγωγα, παρόλους τους σύνθετους μηχανισμούς αμοιβαιότητας, είναι μετοχές μετοχών, και υφίστανται βαθμοί αβεβαιότητας στο τετράγωνο για αυτά. Οι εξασφαλίσεις είναι συμβατικές – νομικές και έτσι κι αλλιώς όλοι θέλουν να ρίξουν όλους. Η διαφορά σε σχέση με το χρήμα είναι ότι αυτό γίνεται με αυτά και όχι μέσω αυτών. Ακριβώς για αυτούς τους λόγους, ακόμα και αν έχουν τον χαρακτήρα του εμπορεύματος, δεν μπορούν να είναι ούτε γενικό ισοδύναμο ούτε και μέτρο των αξιών. Το χρήμα είναι χρήμα επειδή όλοι το δέχονται σαν χρήμα, και αυτό δεν ισχύει για τα παράγωγα. Με τα παράγωγα δεν μπορεί να αγοράσει κανείς αυτοκίνητα, ή γεωργικά εμπορεύματα παρά μόνο κατ’ εξαίρεση σε ιδιωτική συμφωνία, όπως γίνεται για παράδειγμα και στην περίπτωση του clearing.   Ακόμα και αν είναι ανεξάρτητα από τις διακυμάνσεις του δολαρίου, έχουν τιμές που εκφράζονται σε σχέση με αυτό και μεταβάλλονται μάλιστα καθημερινά και σε αυτό συνεισφέρει και η κινητικότητά τους. Αυτή ακριβώς η κινητικότητα δεν επιτρέπει την συμφιλίωση των διαφορετικών μορφών κύρια λογιστικού – πιστωτικού κεφαλαίου που μπορεί να περιλαμβάνεται σε ένα παράγωγο, χωρίς καν να το γνωρίζουν οι κάτοχοι των κεφαλαίων αυτών. Την διαδικασία του ανταγωνισμού και της συσσώρευσης την περιλαμβάνουν σαν στοιχεία εξισορρόπησης (χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία) των αποκλίσεων των επιμέρους στοιχείων τους. Αν κάτι είναι πλασματικό στα παράγωγα, είναι η συσσώρευση, και αυτό μας το καταδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο η άμεση ανάμειξη σε αυτά χρηματοπιστωτικών κεφαλαίων που προκύπτουν από την κρίση υπερπαραγωγής τόσο της νεας οικονομίας του 2000 όσο και και της κρίσης των ακινήτων το 2007, και το πως η κρίση τα επανέφερε στην πραγματικότητα των ρυθμών της υλικής συσσώρευσης. Ακόμα το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι ένα (σχετικά Γ.Μ.) άναρχο σύνολο από ροές αποθέματα και αγορές. Δημιουργεί συνεχώς χρήμα αλλά του λείπει η συνεκτική δομή που είναι απαραίτητη για την ανάδυση ενός κυρίαρχου πιστωτικού χρήματος ανάλογου με αυτού της εγχώριας τράπεζας στην εγχώρια αγορά.   Αυτή ακριβώς η πρακτική μαζύ με την ακόμα μόνιμη τακτική των εθνικών τραπεζών να διατηρούν αποθέματα δολαρίων και ευρώ τα τελευταία χρόνια (στην θέση του χρυσού), είναι δυο σημαντικά στοιχεία που δεν επιτρέπουν την επικράτηση κάποιας άλλης μορφής διεθνούς νομίσματος και μάλιστα των στερουμένων εμπιστοσύνης και αναγνώρισης παραγώγων.

Η ταχύτητα διακίνησης των πακέτων των μετοχών στους πλέον συντηρητικούς κύκλους έχει μειωθεί από τα τρία χρόνια στους έξι μήνες, ενώ στους επιθετικότερους δεν ξεπερνάει τις δυο βδομάδες. Σήμερα έχουμε να κάνουμε με μια κρίση των επαγγελματιών αυτών. Αυτή την στιγμή υφίστανται διεθνώς γύρω στα 9500 μεγάλα hedge funds, τα οποία διαχειρίζονται 1,79 τρισεκατομμύρια $, περιλαμβάνουν το 40% των μετοχών, συνιστούν το 20% του εμπορίου των μετοχών και κατά το 80% πρόκειται για Junk Funds.
Στην περίπτωση των ΗΠΑ και της κρίσης των ακινήτων φτιάχτηκαν από τις κτηματικές τράπεζες, που διέθεσαν πιστώσεις στους καταναλωτές για την χρηματοδότηση κατοικίας τους και αυτοί παράλληλα υποθήκευσαν τα σπίτια αυτά στις τράπεζες απέναντι στην υποχρέωση να αποπληρώνουν ένα δάνειο με κυλιόμενο τόκο. Οι τράπεζες αυτές δεν έμειναν με τις υποθήκες στο χέρι αλλά τις πακετάρισαν ανά 1000 μαζί με άλλα τραπεζικά εμπορεύματα, χρέη και πιστώσεις σαν αξιόγραφα, σε παράγωγα, (hedge, pension και investment funds), και τα πούλησαν παραπέρα, σε άλλες τράπεζες και κεφάλαια. Σαν αξιόγραφα δεν καταγράφτηκαν στα βιβλία τους και δεν υπήρξε το συνηθισμένο 8% αποθεματικό σαν δικλείδα ασφαλείας.   Με αυτή την αγορά οι νέοι ιδιοκτήτες αποκτούσαν δικαίωμα πάνω σε αυτές τις υποθήκες και ό,τι άλλο περιελάμβαναν τα πακέττα χωρίς να ξέρουν ακριβώς τι περιέχουν αυτά τα πακέτα! Ο καθένας που έχει κάτι τέτοιο στα χέρια του προσπαθεί να το ξεφορτωθεί όσο το δυνατό ταχύτερα στα πλαίσια μιας αμοιβαίας εξαπάτησης! Με αυτό τον τρόπο τοπικοί δανεισμοί μοιράζονται διεθνώς και βρίσκονται πάρα πολλοί να συμμετέχουν σε τέτοια κονδύλια. Η αγορά είναι τεράστια, αδιάφανη και προϋποθέτει συνθήκες υψηλά ειδικευμένου προσωπικού. Για τον λόγο αυτό υπάρχουν και γραφεία αξιολόγησης των παραγώγων, (rating agencies), 64 σε όλο τον κόσμο. Από αυτά τα τρία μεγαλύτερα είναι τα Moody’s Investor Service, Standard &Poors, (αμερικάνικα) και το Fitch Ratings Ltd (αγγλικό / αμερικάνικο) [και ελέγχουν το 90% της αγοράς Γ.M.] Οι εταιρίες χρηματοδοτούνται από τις τράπεζες επενδύσεων και στηρίζουν τις εκτιμήσεις στις πληροφορίες που τους προσφέρουν οι τράπεζες που έφτιαξαν αυτά τα παράγωγα. Σε περίπτωση που εκφράζουν επιφυλάξεις για την ποιότητα των παραγώγων απειλούνται με το ότι υπάρχουν και άλλοι στην αγορά. Είναι σαν ο έλεγχος ποιότητας και καταλληλότητας ενός αυτοκινήτου να γίνεται από την βιομηχανία που το παράγει.  Το 50% των κερδών και το 80% του κύκλου εργασιών αυτών των εταιρειών προέρχεται από την δημιουργία και την ταυτόχρονη αξιολογηση αυτών των πακέτων. Ήδη από το 2006 υπήρξαν προβλήματα με αυτά τα παράγωγα Τότε άρχισαν να διακόπτονται οι πληρωμές των δόσεων και ακόλουθα οι αγοραστές τους έπαψαν να εισπράττουν τα μερίσματά τους.

Έλλειψη αξιοπιστίας και εμπιστοσύνης

Τα πακέτα παραγώγων των subprimes δεν είναι και ό,τι καλύτερο κυκλοφορεί στην αγορά. Από την ανάγκη μιας υψηλότερης αξιολόγησής τους από τα γραφεία αξιολόγησης φτιάχτηκαν νέα πακέττα με μια πληθώρα από ανάλογα αξιόγραφα που είναι γνωστά σαν χρέη με εγγύηση χρεών (CDO, Collateralized Debt Obligations).   Η βάση ενός τέτοιου χρεόγραφου είναι οι αφίβολες εξοφλήσεις που γίνονται σε ένα δάνειο εξαιτίας των υποθηκών. Καλού κακού χωρίστηκαν τα CDO ‘s σε διάφορες κατηγορίες, ανώτερες με χαμηλή απόδοση και προτεραιότητα στις εισπράξεις και χαμηλότερες με τις αντίστροφες συνθήκες. Επειδή το περιεχόμενο αυτών των παραγώγων ήταν σχετικά άγνωστο, και ήδη από το 2006 σταμάτησαν διάφοροι να καταβάλλουν τις δοσεις τους, όταν στις 9 Αυγούστου του 2007 έσκασε το κανόνι κανείς δεν ήθελε να αγοράσει αυτά τα χαρτιά. Τον Δεκέμβριο του 2007, οι τράπεζες, γνωρίζοντας ότι έχουν σπρώξει τα χαρτιά στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, αρνιόντουσαν δάνεια μεταξύ τους για πάνω από 24 ώρες. Τον Μάρτιο, οι τιμές των αντίστοιχων παραγώγων και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης βρισκόντουσαν των μεν πρώτων 20% κατά μέσον όρο χαμηλότερα και της δεύτερης στο μηδέν.
Μέσα από αυτές διαδικασίες δημιουργίας και συνεχούς αναδόμησης των πακέτων των παραγώγων και των πακέτων από πακέτα και την ταχύτητα διακίνησής τους τα subprime funds βρίσκονται σε όλο τον κόσμο δημιουργώντας την πρόσφατη κρίση. Η εξυπηρετηση των δανειακών υποχρεώσεων γίνεται με άλλα δάνεια που οδηγεί στην άρση της αξιοπιστίας των τραπεζών. Σε μια γενική συνέλευση της σημαντικής ελβετικής τράπεζας UBS, που έγινε σε γήπεδο της Βέρνης, συμμετείχαν 6000 μέτοχοι, διαμαρτυρόμενοι για την πτώση της αξίας της μετοχής κατά 50% από το καλοκαίρι του 2007 μέχρι τον Απρίλιο του 2008, και για την έλλειψη σοβαρότητας από μεριάς της μεγαλύτερης ελβετικής (και ευρωπαϊκής) τράπεζας να ανακατευτεί σε παιχνίδια του «καπιταλισμού του καζίνου».   Η ιδιαιτερότητα αυτού του παιχνιδιού είναι ότι είτε όλοι κερδίζουν, είτε όλοι χάνουν. Το καίριο ερώτημα που τίθεται σε αυτή την περίπτωση πέρα από τις ζημιές των επενδυτών, και ο κύριος λόγος ανησυχείας της τράπεζας αυτής είναι ένα ζήτημα όχι άμεσα οικονομικό, το ζήτημα της εμπιστοσύνης.
Ηδη το 2003 ο Κώστας Λαπαβίτσας διαπίστωνε την σε βάθος διείσδηση της πίστης και των χρηματοπιστωτικών σχέσεων στην περιοχή του προσωπικού εισοδήματος. Η αύξηση του αριθμού των λιανικών τραπεζών που προσφέρουν καταναλωτικά και στεγαστικά δάνεια, σε αναντιστοιχία προς την βιομηχανική παραγωγή, που χρηματοδοτείται από τα πραγματοποιούμενα μελλοντικά κέρδη,   δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο.
Αν το διατυπώσουμε αυτό κάπως αλλιώς είναι ότι η αύξηση του ποσοστού του κέρδους του μεγάλου κεφαλαίου εξ αιτίας της απουσίας μιας ισχυρής αμφισβήτησης των παραγωγικών σχέσεων από τις οργανώσεις των εργαζομένων, δημιούργησε μια υπερσυσσώρευση κεφαλαίου που ενισχύθηκε και από την επιτάχυνση της διακίνησής του χάρη στις νέες τεχνολογίες. Το τραπεζικό σύστημα ανακάλυψε και διεθνώς τον ατομικό καταναλωτή – εργάτη σαν πελάτη του πιστωτικού συστήματος, προκειμένου να διοχετευθούν τα συσσωρευμένα κεφάλαια, πραγματοποιώντας μια άμεση επίθεση στους μισθούς, και όχι μόνο στην υπεραξία (με τον μηχανισμό της πίστης). Με άλλα λόγια η αποταμίευση από μεριάς του μεταβλητού κεφαλαίου εξανεμίστηκε καθώς διοχετεύτηκε στην καταναλωτική πίστη. ΄Οπως και στο παραγωγικό κεφάλαιο, έτσι και στο μεταβλητό, η εισαγωγή στην κυκλοφορία γίνεται πριν ακόμα το κεφάλαιο βρεθεί στα χέρια του αστού ή και του εργάτη σαν μισθός.
Η εμπιστοσύνη, στην χρηματιστική αγορά, είναι μια αντικειμενική και αυξανόμενης σημασίας κοινωνική σχέση. Στην χρηματική αγορά, τα ενεργητικά και τα παθητικά των τραπεζών αποτελούν μια δέσμη και γίνονται αντικείμενο εμπορίας ως ένα εννιαίο εμπόρευμα, δηλαδή ως ένα χρηματικό κεφάλαιο προς δανεισμό. … Τέλος η εμπιστοσύνη μεταξύ τραπεζών και κεντρικής τράπεζας είναι η πλέον αντικειμενική και κοινωνική μορφή στο πλαίσιο του καπιταλιστικού πιστωτικού συστήματος. … Επομένως η καπιταλιστική εμπιστοσύνη έχει μια αποτρόπαια ηθική ποιότητα. Η κατάχρηση και η απάτη είναι πάντα κοντά στην επιφάνεια, απαιτώντας μια συνεχή αστυνόμευση και εφαρμογή των νόμων και εθιμικών πρακτικών της πίστης.   Αυτό απαιτούν και οι μέτοχοι της UBS, γνωρίζοντας ότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι η βασική προϋπόθεση για την απρόσκοπτη λειτουργία όλου του συστήματος της διακίνησης του παραγωγικού κεφαλαίου μαζί με την όσο το δυνατόν ταχύτερη αναπαραγωγή του μέσα από την απρόσκοπτη παραγωγή της υπεραξίας.
Πρόκειται για μια βασική αρχή της αστικής διαδικασίας παραγωγής το ότι το χρήμα εμφανίζεται σαν μια ανεξάρτητη μορφή της αξίας των εμπορευμάτων, ή το ότι η ανταλλακτική αξία πρέπει να έχει ανεξάρτητη μορφή σε χρήμα, και αυτό είναι μόνο δυνατό στο βαθμό που ένα συγκεκριμένο εμπόρευμα θα είναι το υλικό στο οποίο θα μετριέται η αξία όλων των άλλων εμπορευμάτων. … Αυτό πρέπει να δείχνεται από δυο πλευρές και συγκεκριμένα στις καπιταλιστικά αναπτυγμένες χώρες, που υποκαθιστούν το χρήμα από την μια με διαδικασίες πίστης και από την άλλη με πιστωτικό χρήμα. Οι εποχές πίεσης όπου η πίστωση σταματάει ή περιορίζεται,.προβάλλει το χρήμα απόλυτα απέναντι στα εμπορεύματα σαν πραγματικό μέσο πληρωμών και πραγματική υπόσταση της αξίας. Από εκεί και η γενική τους υποτίμηση, ώστε να μετατραπούν σε χρήμα, δηλαδή στην καθαρά φανταστική τους μορφή. Δεύτερον όμως το πιστωτικό χρήμα είναι χρήμα μόνον όσο στην αξία του εκπροσωπείται το πραγματικό χρήμα. …
Αυτό το παιχνίδι της σχέσης πιστωτικού και πραγματικού χρήματος, οι κρατικές δημόσιες και ιδιωτικές τράπεζες το κάνουν ακόμα πιο πολύπλοκο:
1. Με την δημιουργική λογιστική που δεν σημαίνει τίποτα παραπέρα από το ότι στη αξιολόγηση ελαχιστοποιούνται οι ζημιές. Το παιχνίδι με τα νούμερα είναι εντυπωσιακό γιατί ακριβώς υποτίθεται ότι είναι αντικειμενικό. Στην αρχή της κρίσης μιλάγανε για 600 δισεκατομμύρια $, μετά για 800 και τέλος για 1 τρισεκατομμύριο. Στα πλαίσια του ότι οι αριθμοί αυτοί δεν είναι παρά αυθαίρετες εκτιμήσεις, οι αριθμοί προσαρμόζονται στις τρέχουσες ανάγκες της οικονομίας. Στην προοπτική των τριμηνιαίων τραπεζικών εκθέσεων τα νούμερα διορθώνονται προς τα κάτω – οι ζημιές είναι περισσότερο περιορισμένες απ’ όσο φανταζόμασταν  – προσπαθώντας να ανακόψουν την πτωτική πορεία του χρηματιστηρίου, να διατηρήσουν υψηλούς δείκτες αξιοπιστίας των τραπεζικών ιδρυμάτων και να δώσουν μια συνέχεια στο παιχνίδι.
2. Οι κεντρικές τράπεζες, όπως η κεντρική ομοσπονδιακή τράπεζα των ΉΠΑ, διαθέτουν κρατικές πιστώσεις σε επιχειρήσεις που εμπλέκονται σε υψηλά κερδοσκοπικές δραστηριότητες, όπως συγκεκριμένες τράπεζες επενδύσεων, πράγμα που θα ήταν αδιανόητο πριν από μερικά χρόνια. Παρόλες τις διακηρύξεις του ρεπουμπλικάνου υποψηφίου για το ότι το νεοφιλελεύθερο κράτος δεν πρόκειται να υποστηρίζει αποτυχημένους επιχειρηματίες, η κεντρική τράπεζα εξαγοράζει ακόμα και δάνεια με ασθενή πιστωτική φερεγγυότητα, πληρώνοντας με ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου και μάλιστα αυτών του θησαυροφυλακίου, εξανεμίζοντας μερικά ακόμα από τα σε χρυσό αποθέματα της χώρας, χωρίς ακόμα να έχει εκλείψει τελείως ο φόβος για αλυσιδωτές αντιδράσεις, και χωρίς να μπορέσει να ανακοπεί η πορεία της κρίσης. Τα αποτελέσματα του παιχνιδιού αλιώνονται σε όφελος των «επενδυτών» και σε βάρος της εργατικής τάξης. Παράδειγμα: Στον τομέα των τραπεζών προβλέπονται 50.000 απολύσεις και 100.000 στον συνολικό χρηματοπιστωτικό τομέα  , πέρα από αυτές του οικοδομικού τομέα των ΗΠΑ, που πλήττουν μετανάστες εργάτες και δεν καταγράφονται στις στατιστικές.   Τέλος από την ίδια κρίση δεν πρέπει να ξεχνιέται ότι έχασαν τα σπίτια τους 2.500.000 άνθρωποι, κύρια εργάτες.
Το πλέον ενδιαφέρον αυτής της ιστορίας είναι ότι όλοι απαιτούν ρυθμιστικές παρεμβάσεις στις χρηματιστικές αγορές, αλλά κανείς δεν θέλει την αναδιοργάνωσή τους. Ακόμα και στην συνάντηση των G7 στις 11 Απριλίου του 2008, εκφράστηκαν επιφυλάξεις, όχι μόνο για τον κρατικό έλεγχο αλλά και για περισσότερη διαφάνεια των γραφείων αξιολόγησης, (Rating agencies)! Στην συνάντηση διαπιστώθηκε ότι η κρίση των ακινήτων στις ΗΠΑ αποτέλεσε μια οριακή δοκιμασία για την παγκόσμια οικονομία. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, που τον Οκτώβριο του 2007 ισχυριζόταν ότι η κατάσταση της διεθνούς οικονομίας είναι καλύτερη από τη εποχή των σε χρυσό ισοτιμιών, ανέφερε τον Απρίλιο του 2008 το γνωστό πλέον αριθμό του ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων μαζί ,με την συνολική αποτυχία των οικονομικών ιδρυμάτων, και αποφασίστηκε ένα πρόγραμμα 100 ημερών και ένα του ενός χρόνου για την αναδιοργάνωση της δυνατότητας αντίστασης του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος σε τέτοια φαινόμενα.   Η G7 απαίτησε από τις τράπεζες να δημοσιοποιήσουν τους κινδύνους που διατρέχουν και τις αποσβέσεις των ζημιών τους και από τους χρηματιστικούς οίκους να βελτιώσουν την διαχείρηση των κίνδυνων τους (Risikomanagement). Στην παράλληλη συνάντηση για την οικονομική σταθερότητα ακούστηκαν ανάλογες κοινοτυπίες, όπως ότι οι απαιτήσεις κεφαλαίων για δομημένα οικονομικά προϊόντα είναι επικίνδυνες, ότι τα γραφεία αξιολόγησεις των παραγώγων πρέπει να διαφοροποιήσουν τις αξιολογήσεις τους και να διατυπώσουν ξεκάθαρα κριτήρια αξιολόγησης, ότι πρέπει να βελτιωθεί η συνεργασία μεταξύ τραπεζών και των επιτηρητών – ελεγκτικών επιτροπών, να σταθεροποιηθούν οι νομισματικές ισοτιμίες και να ανατιμηθεί το κινέζικο εθνικό νόμισμα (γουάν),  χωρίς βέβαια αντίστοιχες προτροπές για το δολάριο. Στις απαιτήσεις της σοσιαλδημοκρατίας για περισσότερο παρεμβατισμό, στην Γερμανία για παράδειγμα  , η απάντηση της κυβέρνησης και του συνδέσμου βιομηχάνων είναι η στερεότυπη, ότι η αγορά δεν έχει απορρυθμιστεί αρκετά, ενώ παράλληλα οι οικονομικοί κύκλοι απαιτούν αποζημίωση των κερδοσκόπων ώστε να μπορέσει να συνεχίσει να λειτουργεί κανονικά η οικονομία. Κανένα από τα μέτρα που προτείνονται δεν αποκλείουν την επανεμφάνιση μιας κρίσης στο μέλλον, και ούτε κάποια αναδιάρθρωση των παραγωγικών σχέσεων. Ο νεοκεϋνσιανισμός και η εναλλαγή του με τον νεοφιλελευθερισμό δεν είναι σε θέση να ανατρέψουν από μόνοι τους την μετατώπιση της οικονομικής δραστηριότητας προς των χρηματοπιστωτικό τομέα. Οι ΗΠΑ βρίσκονται σε κρίση και εξαιρετικά χρεωμένες (3 τρισεκατομμύρια $ που αντιστοιχεί στο 1/2 της οικονομίας της χώρας). Εξακολουθούν να έχουν ικανότητα δράσης στον βαθμό που μπορούν να προσφέρουν κρατικά ομόλογα που είναι διεθνώς αποδεκτά. Οι επανεμφανιζόμενες πληθωριστικές τάσεις της αμερικανικής οικονομίας θα μπορούσαν να οδηγήσουν το αμερικάνικο κράτος στην ύφεση.

Από τον Δεκέμβριο του 2006  ισχύει σε όλες τις ευρωπαϊκές τράπεζες η συμφωνία της Βασιλείας ΙΙ, γνωστή σαν Basel II, που υπογράφτηκε τον Ιούνιο του 2004. H Basel I, που ίσχυε από το τέλος του 1992 (με τέσσερα χρόνια καθυστέρηση από τον Ιούλιο του 1988 που υπογράφτηκε Γ.Μ.), προέβλεπε ένα ελάχιστο προσωπικό κεφάλαιο ασφαλείας για τις τράπεζες για τον περιορισμό των κινδύνων από την πίστη, την αγορά και τα λειτουργικά έξοδα, και επόμενα, των ζημιών που προκύπτουν σε μια περίπτωση αφερεγγυότητας / χρεοκοπίας. Αυτή η διαδικασία άφηνε σε κάθε τράπεζα την ελευθερία, μέσα από την εξελεγκτική επιτροπή της, να προσδιορίσει από μόνη της την διαδιακασία επιμέτρησης των κινδύνων και με ένα τρόπο δυναμικό και προσαρμόσιμο στις ανάγκες της στιγμής. Στην δεύτερη συμφωνία αυτό χαρακτηρίστηκε σαν το πρώτο στήριγμα, και σε αυτό προστέθηκαν ένα δεύτερο και ένα τρίτο. Το δεύτερο στήριγμα της εξελεγκτικής διαδικασίας ελέγχου, (Supervisory Review Process) συμπληρώνει το πρώτο ποσοτικό με ένα δεύτερο ποιοτικό. Πρόκειται για την εκτίμηση του συνολικού κινδύνου και την διάκριση των βασικών συντελεστών του, προκειμένου να εκτιμηθούν από την εξελεγκτική επιτροπή. Το τρίτο στήριγμα είναι η πειθαρχία της αγοράς, δηλαδή η διεύρυνση των υποχρεώσεων δημοσιοποίησης των οικονομικών στοιχείων των τραπεζών, ώστε οι δυνάμεις πειθάρχησης των αγορών να χρησιμοποιηθούν συμπληρωματικά πρός τις ρυθμιστικές απαιτήσεις της οικονομίας.  Στόχος αυτών των συμφωνιών υποτίθεται ότι ήταν να περιορίσουν την ρευστότητα των αγορών (περιορισμό της πίστωτικού κεφαλαίου προς όφελος του φανταστικού  ) μέσα από τον έλεγχο της αγοράς του ευροδολαρίου. Η πραγματικότητα, παρά τις μεγάλες προθεσμίες εφαρμογής που δώθηκαν στις τράπεζες για να αυξήσουν τα αποθέματα κεφαλαίων τους, είναι η αντίθετη. Η αποθεματοποίηση είναι αδύνατη γιατί οι τράπεζες συμμετέχουν, όπως αναφέρθηκε, στο παιχνίδι της κερδοσκοπίας με τα «τραπεζικά προϊόντα» και των καταναλωτικών και στεγαστικών δανείων ώστε να αυξάνει συνέχεια η χρέωσή τους προς τρίτους, καταθέτες, άλλες τράπεζες, τις κεντρικές τράπεζες, και τους μεγάλους «παίκτες». Επιπλέον η ανάπτυξη της αγοράς του ευροδολαρίου αποτελεί ένα πλεονέκτημα για τις ΗΠΑ γιατί επιτρέπει την ύπαρξη του ελλείμματος των ΗΠΑ που προκύπτει από την χρηματοδότηση μεγάλων επενδύσεων στην πολεμική βιομηχανία.  Τα κέρδη από το πετρέλαιο και τη συνεχή άνοδο της τιμής του κατευθύνονται κυρίως προς τις ΗΠΑ. Η αγορά του ευροδολαρίου εξυπηρετεί χώρες που που δεν θέλουν να έχουν άμεσες σχέσεις με τις ΗΠΑ και ταυτόχρονα αμερικάνικες τραπεζικές επιχειρήσεις που επενδύουν τα ευροδολάρια σε χώρες με υψηλά ελλείματα και με συνέπεια την ανάληψη των ευθυνών αυτών των χρεών από τις τράπεζες αυτές.

Συμπληρωματικά πρέπει να σημειωθεί το ότι αν οι βιομηχανικές επενδύσεις κάνουν μικρή χρήση του τραπεζικού πιστωτικού συστήματος δεν σημαίνει από την άλλη ότι δεν αυξήθηκε η ενασχόληση των επιχειρήσεων με το χρηματιστήριο, μέσα από τις εξαγορές άλλων επιχειρήσεων και χρηματοπιστωτικές συγχωνεύσεις.  Εκτός από αυτά οι επιχειρήσεις συμμετέχουν άμεσα στα διάφορα παιχνίδια με τα συνεχώς ανανεωνώμενα τραπεζικά προϊόντα και συνήθως όχι με δικά τους κεφάλαια αλλά κάνοντας χρήση του τραπεζικού δανεισμού. Όπως θα γίνει και στην περίπτωση της κρίσης των ακινήτων στις ΗΠΑ, οι πιθανές ζημίες είναι σχετικά εξωτερικές προς την καθαυτό λειτουργία της επιχείρησης και αποσβένονται στο τέλος του χρόνου, ενώ αποκρύπτονται ή αντίθετα διογκώνονται, ανάλογα με το τι συμφέρει, στις τριμηνιαίες εκκαθαρίσεις που δεν ελέγχονται στην ουσία σοβαρά από κανέναν.  Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι για παράδειγμα η περίπτωση της γαλλικής αυτοκινητοβιομηχανίας Renault δεν έχει κατευθείαν σχέση με την τρέχουσα κρίση. Η εταιρεία προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την κρατική υποστήριξη προς όφελός της.

Η ιδεολογία των αριθμών

Στα πλαίσια της πρόσφατης οικονομικής κρίσης αλλά σε και παλαιότερες, όπως αυτής του 2000, οι εφημερίδες και τα περιοδικά βομβαρδίζουν τους αναγνώστες τους με αριθμούς και στοιχεία που γίνονται πάντα σημαντικόροι και σημαντικότερα από τις κοινωνικές σχέσεις που κρύβονται από πίσω τους και που καταγράφονται στην ιστορία σαν ενδείξεις καταστροφών , αλλαγών και προόδου. Ακόμα και η εργασία αυτή δεν συνιστά εξαίρεση σε αυτή την κατεύθυνση! Μια μορφή ιδεολογίας, είναι και η σύγχιση της γλώσσας των αριθμών με την πραγματικότητα, η αναφορά σε ένα κοινωνικό φαινόμενο με τεχνικούς όρους. Και σε αυτή την περίπτωση η ιδεολογία αυτή λειτουργεί καταστατικά για τις κοινωνικές σχέσεις στον καπιταλισμό και επόμενα και στην κοινωνικοποίηση των υποκειμένων.   Τα αριθμητικά και στατιστικά δεδομένα είναι συνώνυμα της εμπειρίας, της αντικειμενικής παρατήρησης και μιας μετρήσιμης αναπαραγωγής της πραγματικότητας. Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι ότι τα στατιστικά στοιχεία ψεύδονται, πράγμα που στην περίπτωση της κρίσης των ακινήτων δεν αποκλείεται. Μεγάλες μερίδες του κεφαλαίου θέλουν να βελτιώσουν την θέση τους στην αγορά ευνοούμενες από την ενισχυτική κρατική παρέμβαση, παραμερίζοντας προσωρινά τις θέσεις τους για ελεύθερη οικονομία. Αλλά ακόμα και στην αγαθή υπόθεση του ότι δεν υφίσταται χειραγώγηση στοιχείων, ακριβώς επειδή πίσω από αυτές τις στατιστικές υφίσταται ένα συνεκτικό, λογικό σύστημα, που παρουσιάζει μια φαντασιακή σχέση υποκειμένων στην βάση των πραγματικών τους σχέσεων, έχουμενα κάνουμε με μια παραμόρφωση.
Στα «καθαρά» δεδομένα δεν μπορεί να βρεί κανείς στήριγμα, επειδή αυτά τα δεδομένα είναι παραμορφωμένα μέσα από την ιδεολογία. Δεν υπάρχει γνώση μέσα από την απλή παρατήρηση. Δεν επιτρέπεται κάποιος να εμπιστεύεται την αντίληψη και να αναπτύσσει μια ερμηνευτική της υποψίας, η οποία όμως – απέναντι στις ίδιες της τις επιμονές και αρκετές επιπλήξεις για μια παρατήρηση χωρίς εικασίες – με τον ίδιο τρόπο παρουσιάζει μια ερμηνευτική και με αυτό τον τρόπο παραμένει μια ερμηνεία.   Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να σωπάσουν όλοι και όλες διακατεχόμενοι και διακατεχόμενες από τον φόβο της ιδεολογίας και της ψευδούς συνείδησης αλλά να έχουμε υπόψη μας ότι τόσο οι δικές μας κατηγορίες, ή όπως στη συγκεκριμμένη περίπτωση οι στατιστικές και οι αριθμοί, δεν είναι ουδέτερα στοιχεία πληροφόρησης που δεν χρειάζονται κριτική και ερμηνεία. Στις στατιστικές εμφανίζονται αριθμοί σαν πρότυπα της πραγματικότητας, αριθμοί των οποίων την σημασία, σε τελευταία ανάλυση, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι σε θέση να προσδιορίσουν. Αυτές οι μετρήσεις της πραγματικότητας θέτουν με άλλα λόγια τόσο μαγικά όσο και πραγματικά όρια. Το παράδειγμα που αναφέρθηκε παραπάνω με τα 600 δισεκατομμύρια δολάρια ζημιές της παγκόσμιας οικονομίας που κατέληξαν στο 1 τρισεκατομμύριο, ενώ η κατοπινή διόρθωση προς τα κάτω δεν ήταν παρά φραστική (δεν ήταν τόσο άσχημα όσο νομίζαμε), είναι ένα τέτοια παράδειγμα. Η άποψη ενισχύεται και από το γεγονός του ότι και στην κρίση της νέας οικονομίας των .com το 2000, πάλι για το ίδιο ποσό επρόκειτο. Το μαγικό όριο μπαίνει από το μέγεθος του αριθμού και την δυνατότητα του καθενός να τον φανταστεί χωρίς να χρειαστεί καν να τον γράψει: 1 με 12 μηδενικά! Καθένας κατανοεί ότι τα νούμερα στην διεθνή οικονομία δεν μπορεί να είναι τόσο στρογγυλά αλλά γενικά γίνεται μια παραδοχή ότι κάπου εκεί κοντά πρέπει να πέφτει η πραγματικότητα που δεν είναι διόλου σίγουρο, αν κάνουμε αναγωγές σε άλλες πληροφορίες που προέρχονται από αντίστοιχες πηγές. Το πέντε πάνω, πέντε κάτω σε αυτή την περίπτωση σημαίνει κάτι ανάμεσα στην οικονομία της Γερμανίας και της Αιθιοπίας! Το νούμερο έχει πάντα την μαγεία του με την έννοια ότι αγγίζει κάποιο καθαρό όριο. Το ότι το ίδιο νούμερο χρησιμοποιήθηκε και στην κρίση του 2000 θα έπρεπε να συνιστά σημείο προβληματισμού για την σημερινή κρίση αν αναλογιστούμε την ενδιάμεση καθοδική πορεία του δολαρίου σε σχέση με το ευρώ. Εάν για μέτρο των αξιών έχουμε το ευρώ, με την σχέση 1€ = 0,84$ του 2000 και την σημερινή του 1€ = 1,58$  , και με ένα μέσο πληθωρισμό του 3% τον χρόνο, στις μεν ΗΠΑ το 1 τρις σήμερα αντιστοιχεί στα 813 δισεκατομμύρια τότε δολάρια για τις ΗΠΑ ενώ για την ΕΕ  τα 633 δισεκατομμύρια ευρώ σήμερα αντιστοιχούν σε 967 τότε. Με άλλα λόγια και με την προϋπόθεση ότι το νούμερο ισχύει, πράγμα αμφίβολο, το ισοζύγια πληρωμών των ΗΠΑ δεν τα κατάφερε και πολύ άσχημα με την κρίση αυτή και την πολιτική της ισοτιμίας του δολαρίου που ταυτόχρονα προωθεί και τις αγορές κλείνοντας τις τρύπες του προϋπολογισμού, σε βαθμό που κάποιος κακοπροαίρετος να σκεφτεί ότι το κάνουν επίτηδες, αφού με βάση το ενα τρις σήμερα φαίνεται να τα πάνε όλοι καλύτερα!

β. Όλα είναι διαφορετικά και όμως φαίνεται σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα.

Όσο αυτή η πίεση για χρηματιστική ρύθμιση είναι πίεση πάνω στο κεφάλαιο, είναι πίεση μόνο για το τραπεζικό κεφάλαιο. Κεφάλαιο από την οπτική του τραπεζίτη, χρυσός … χαρτονομίσματα … τα οποία για τους ιδιωτικούς τραπεζίτες έχουν αγοραστεί μόνο με ένα ισοδύναμο, δηλαδή αναπαριστούν το κεφάλαιό τους. Τέλος αξιόγραφα (…τοκοφόρα)που πρέπει να βγούν στο σφυρί για να τραβήξουν χρυσό ή χαρτονομίσματα, (αυτά όμως εαν είναι κρατικά χρεόγραφα, είναι απλά κεφάλαιο για αυτόν που τα αγόρασε, για τον οποίο επόμενα αντιπροσωπεύουν το με την τιμή αγοράς τους σε αυτά επενδυμένο κεφάλαιο. Σαν τέτοια δεν είναι κεφάλαιο αλλά απαιτήσεις πάνω σε χρέη, εάν πρόκειται για υποθήκες (όπως για παράδειγμα τα mortgages σήμερα στις ΗΠΑ) απλά εμβάσματα από μελλοντικό εισόδημα και εάν είναι γενικά μετοχές, απλοί τίτλοι ιδιοκτησίας που δίνουν δικαίωμα στην οικιοποίηση μελλοντικής υπεραξίας. Όλα αυτά τα πράγματα δεν είναι κεφάλαιο, δεν αποτελούν συστατικό στοιχείο του παραγωγικού κεφαλαίου και επισης δεν είναι αξίες). Τέλος είναι δυνατόν μέσα από μια τέτοια συναλλαγή, το χρήμα που ανήκει στην τράπεζα να μετατραπεί σε κατάθεση έτσι ώστε να γίνει οφειλέτης του εαυτού της με το να διαθέτει ανάμεσα σε άλλα τιτλους ιδιοκτησίας όσο και σημαντικό και να είναι αυτό για αυτήν την ίδια, τόσο λίγο αλλάζει στο κεφάλαιο που είναι διαθέσιμο στην χώρα, ακόμα και του χρηματικού κεφαλαίου. Το κεφάλαιο εδώ παρουσιάζεται σαν χρηματικό κεφάλαιο και με την εξαίρεση του χρήματος σαν απλό τίτλος κεφαλαίου. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, αφού μια τέτοια πίεση πάνω στο τραπεζικό κεφάλαιο και την σχετική του σπανιότητα σε σχέση με την ζήτηση για αυτό παρερμηνεύεται με μια ελάττωση του πραγματικού κεφαλαίου, το οποίο σε τέτοιες περιπτώσεις υπερσυσσωρεύεται στις αγορές.   Με αυτή την έννοια, μέσα από αυτή την κρίση καταστράφηκε μια επί μέρους αναντιστοιχία παραγωγικού και χρηματικού κεφαλαίου. Η υπέρβαση της υπερσυσώρευσης έγινε όμως με δυο τρόπους: 1. ιδιωτικοποιούμε τα κέρδη και κρατικοποιούμε τις ζημιές   2. οι μεν χάνουν τα σπίτια τους και οι δε αποζημιώνονται για τα ξένα κεφάλαια με τα οποία κάναν παιχνίδι! Η πίστη θέτει στην απόλυτη διάθεση του ξεχωριστού καπιταλιστή, μιλώντας σχετικά, ξένο κεφάλαιο και ξένη ιδιοκτησία (και μέσα από αυτό ξένη εργασία)… Όλα τα μέτρα, λιγότερο ή περισσότερο και όποιες ακόμα δικαιολογημένες εξηγήσεις μέσα στα πλαίσια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, εδώ εξαφανίζονται. Αυτό που ρισκάρει είναι κοινωνική και όχι η δική του ιδιοκτησία. Το ίδιο κακόγουστη είναι η φράση της αποταμίευσης αφού οι άλλοι αποταμιεύουν γι’ αυτόν…
Στην πλαίσια της συγκεκριμένης κρίσης γίνεται μια μεγάλη συζήτηση για την κερδοσκοπία. Το χρηματιστικό κεφάλαιο κατηγορείται σε μια αντιδιαστολή προς το παραγωγικό, που τα κέρδη του προέρχονται από την δίκαιη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και των επενδύσεων (χρηματικού κεφαλαίου σε μέσα παραγωγής και εργατική δύναμη). Αυτή η αντιπαραβολή καλού παραγωγικού κεφαλαίου και ανήθικου (!) κερδοσκοπικού συνδιάζεται με την επίρριψη ευθυνών για την κρίση αυτή στην ανικανότητα των διευθυντικών στελεχών!. Για αυτό το λεγόμενο σκάνδαλο, οι εφημερίδες μιλάνε πολύ, όλοι κάνουν ότι υπερασπίζονται τον εαυτό τους ή ότι επιτίθενται, αλλά αναρωτιέται κανείς τι είναι παράνομο σε αυτή την ιστορία – παράνομο με την έννοια του καπιταλιστικού καθεστώτος. … Οι οικοδομικές επιχειρήσεις, τα λόμπυ και οι οικονομικοί και χρηματιστικοί μηχανισμοί του κεφαλαίου γενικά – όλα αυτά είναι στο σύνολό τους νόμιμα, με μικρές εξαιρέσεις, και εκτός αυτού, όλα γίνονται στα φανερά αν και ντροπαλά
Το κεφάλαιο δεν αντιμετωπίζει τις δεδομένες μορφές και τους υφιστάμενους τρόπους παραγωγής σαν κάτι τελικό και άκαμπτο. Οι διάφορες μορφές οργάνωσης της εργασίας, αυτό που οι εργάτες και οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν σαν «κατακτημένα δικαιώματα», είναι εξαρτημένα από τον εκάστοτε συσχετισμό δυνάμεων και της ταξικής πάλης. Δεν πρέπει να απορεί κανείς και καμία όταν πράγματα σαν το οκτάωρο, με άλλα λόγια το βάρος στην οικονομία της σχετικής υπεραξίας, μπορεί πολύ σύντομα να γίνει δεκάωρο και το ίδιο σύντομα επόμενα να επανακαλυφθεί και η απόλυτη υπεραξία. Και αν αυτή είναι η μια εκδοχή της σύγχρονης πραγματικότητας, υπάρχει και μια δεύτερη το ίδιο ενδιαφέρουσα. Και αυτή είναι πέρα από την εξέλιξη, η ελαστικότητα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Είναι γνωστή σαν ο κύκλος της ανάπτυξης που στην ουσία είναι ο κύκλος της διακίνησης του παγίου κεφαλαίου. Η κυκλικότητα της διαδικασίας συσσώρευσης ενισχύεται από τον διεθνή καταμερισμό εργασίας.
Ιστορικά, η μεγάλη βιομηχανία, για παράδειγμα των ΗΠΑ, μετά την κρίση του 1929, προσπαθώντας να λύσει το πρόβλημα τότε, προέβαλε το κράτος σαν διαμεσολαβητή ανάμεσα σε κεφάλαιο και εργασία. Το κράτος ανέλαβε τον κεντρικό ρόλο και στην οικονομική ρύθμιση, καθώς ο κεϋνσιανισμός εφαρμοζόταν στην εργασία και την πολιτική του χρήματος. Ο αμερικάνικος καπιταλισμός προχώρησε αργά προς τα μπρος μέσα από αυτές τις μεταρρυθμίσεις και αναπτύχθηκε κάτω από το καθεστώς των υψηλων συγκριτικά με το παρελθόν μισθών, υψηλής κατανάλωσης και επίσης υψηλης αντιπαράθεσης (στο τέλος της περιόδου τουλάχιστον ). Μέσα από αυτή εξέλιξη προέκυψε η τριάδα που θα συνιστούσε το σύγχρονο κράτος κοινωνικών παροχών: μια σύνθεση από φορντισμό στο καθεστώς των μισθών, ταιηλορισμό στην οργάνωση της εργασίας και κεϋνσιανισμό στην μακροοικονομική ρύθμιση της κοινωνίας. Η μεγαλύτερη συμμετοχή στην διαδικασία της συσσώρευσης συνοδευόταν από μια μεγαλύτερη πειθάρχηση των εργαζομένων.  Σε αυτήν την σύνθεση, από την δεκαετία του ’90 και ύστερα, λειτούργησε συμπληρωματικά και ένα τογιοτιστικό μοντέλο οργάνωσης της παραγωγής, με την αρχή του just in time (κατάργηση του στοκ εμπορευμάτων), την παγκόσμια διασπορά της παραγωγής και την εισαγωγή της φατούρας μέσα στα ατελιέ του εργοστασίου. Εκτός όμως από αυτό ξεκίνησε και η κατάργηση όλων των στοιχείων προστατευτισμού της αμερικανικής οικονομίας συμπαρασύροντας αναγκαστικά και τον υπόλοιπο κόσμο, με τον τρόπο που ήδη αναφέρθηκε. Η γενίκευση των καπιταλιστικών σχέσεων σε όλο τον κόσμο, ακόμα και αν στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού εξακολουθούν να υφίστανται μορφές που έχουν τις ρίζες τους  σε προκαπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις, (ρατσισμός, σεξισμός, οικονομία της ανταλλαγής, μορφές δουλίας  ), αναντίστοιχες προς την προϋπόθεση της τυπικής νομικής ισότητας που είναι απαραίτητη για την σχέση κεφάλαιου – εργασίας, έχει δημιουργήσει νέες προοπτικές αλλά και νέες συνθήκες ανασφάλειας στην απρόσκοπτη αξιοποίηση του κεφαλαίου. Η παραδοσιακή αντιμετώπιση του προβλήματος είναι ότι η εξέλιξη της παραγωγικότητας, η εξίσωση των ποσοστών του κέρδους, η κίνηση των επιτοκίων κλπ, ακολοθεί στον ρυθμό του κύκλου της κίνησης της οικονομικής δραστηριότητας. μια περισσότερο ή λιγότερο περιοδική επανερχόμενη σειρά μιας κινητικότητας, αυξανόμενης ζωτικότητας της οικονομίας, ευημεριας, υπερπαραγωγής, κρίσης, ύφεσης, κινητικότητας κλπ, όπως για παράδειγμα ισχυρίζεται ο Joachim Bischoff.

Στην συνάντηση του Νταβός από τις 23 μέχρι τις 27 Ιανουαρίου 2008  , η συνάντηση ξεκίνησε με ένα ηλεκτρονικό γκρίζο κουτί με πολλαπλές επιλογές όπου ο κάθε ένας που βρισκόταν στην αίθουσα έπρεπε να διαλέξει τι θεωρεί σαν τον μεγαλύτερο κίνδυνο φέτος για την διεθνή οικονομία. Στισ επιλογές αναφέρονταν μια «παγκόσμια κατάρρευση της παροχής δανείων», «αυξανόμενες τιμές ενεργείας», μια «γενική απώλεια της εμπιστοσύνης των καταναλωτών». Ένας μακρύς σκοτεινός κατάλογος για την λογική του κεφαλαίου, όπου η μια επιλογή εμφανιζόταν σαν χειρότερη από την άλλη. Το κοινό αποφάσισε για την «γενική κρίση ηγεσίας».   Το ενδιαφέρον σε αυτό τον κατάλογο και σε όλες τις άλλες συζητήσεις και δημοσιεύσεις για τους κερδοσκόπους, την ανικανότητα, τον παρεμβατισμό, την αμφισβήτηση του τρόπου προσδιορισμού του επιτοκίου LIBOR.  , είναι ότι απουσιάζει το αυτονόητο: Η μεγιστοποίηση του κέρδους είναι η λογική χειρισμού της οικονομίας από το καπιταλιστικό σύστημα. Μέχρι ποιό σημείο και ποιός αποφασίζει για το επιτρεπτό ποσοστό του κέρδους; Η δημιουργία του υποθετικού κεφαλαίου (fiktives Kapital) ονομάζεται κεφαλαιοποίηση, που σημαίνει ότι κάθε κανονικό έσοδο υπολογίζεται σύμφωνα με το μέσο επιτόκιο υπολογισμένο σαν απόδοση την οποία θα έδινε ένα κεφάλαιο με αυτό το επιτόκιο. … Κάθε σχέση με την πραγματική διαδικασία αξιοποίησης του κεφαλαίου, με αυτό τον τρόπο, χανεται μέχρι το τελευταίο ίχνος και επιβάλεται η αντίληψη του κεφαλαίου σαν ενός αυτόματου που αυτοαξιοποιείται.   Αυτό ακριβώς το κεφάλαιο είναι αυτό που κυκλοφορεί στις χρηματιστικές αγορές και που από την μια μεριά σχετίζεται με την λεγόμενη κερδοσκοπία και από την άλλη αναφέρεται βέβαια στην υπερσυσώρρευση του παραγωγικού κεφαλαίου και με αυτή την έννοια συνιστά κομμάτι της καπιταλιστικής οικονομίας. Η μεγιστοποίηση του κέρδους είναι αλληλένδετη τόσο με τις κρίσεις όσο και με την κερδοσκοπία. Και αυτό το σχήμα μιας ομαλής και συνηθισμένης πορείας προς την κρίση δεν γίνεται αντικείμενο προβληματισμού.

Την τελευταία εικοσαετία στην βάση της φιλελευθεροποίησης της διακίνησης του κεφαλαίου και μιας ισχυρής εξάπλωσης των χρηματιστικών αγορών έγινε το μερίδιο των μετόχων (share holder value), η κυρίαρχη επιχειρησιακή φιλοσοφία των καπιταλιστικών εταιριών. Από τις επιχειρήσεις εξάχθηκαν κέρδη πολύ πάνω από τον μέσο όρο (το μέσο ποσοστό κέρδους Γ.Μ.) – σε βάρος των απασχολούμενων, σε βάρος των προμηθευτών και συνεργατών, ακριβώς μέσα από μια αναδιαρρύθμιση της ζωντανού εργατικού εισοδήματος. Μια τέτοια πολιτική επιχειρήσεων προσφέρει στην περιοχή των καπιταλιστικών εταιριών, βραχυπρόθεσμα, κίνητρα και προσανατολίζεται στα μερίδια των μετόχων   Μακροπρόθεσμα αυτή η εξασθένηση της υπόστασης της επιχείρησης δεν είναι δυνατή (προκειμένου η επιχείρηση να συνεχίσει να υφίσταται Γ.Μ.).

No great depression but a great recession!

Μέχρι στιγμής διατυπώνονται δυο συμπληρωματικές κριτικές απόψεις για τον ρόλο της κρίσης αυτής, οι οποίες σχετίζονται και με τον ρόλο του κράτους σε αυτήν:
1. Πρόκειται για μια ταυτόχρονη χρεοκοπία του νεοφιλελευθερισμού, του αμερικάνικου καπιταλισμού και γενικότερα του φιλελευθερισμού των αγορών.
2. Η διαδικασία της φιλελευθεροποίησης δεν πρόκειται να εξασθενίσει το κράτος. Αντίθετα μέσα από την κρίση προκύπτουν νέες μορφές ρύθμισης και ενσωμάτωσης.
Κατά την γνώμη μου η κρίση αυτή ενίσχυσε το κράτος τόσο στις ΗΠΑ, όσο και αλλού. Άλλα κράτη μαζί με την ΕΕ επιδιώκουν να πετύχουν αμερικάνικες μορφές διοίκησης και σχέσης του κράτους με την οικονομία, όπου μια κρατική εξουσία συμβιβάζεται με τον φιλελευθερισμό. Η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ, η ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα, και άλλες αναδείχτηκαν τον τελευταίο καιρό επανειλημμένα σαν ο τελευταίος δανειστής (lender of last resort), ώστε να μην καταρρεύσει το τραπεζικό σύστημα. Η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ αγοράζει παράγωγα που έχουν σχέση με τα subprimes πληρώνοντας με ομόλογά της τα σκουπίδια της ιστορίας. Δεν τίθεται ζήτημα επανεμφάνισης ενός κράτους που δεν έφυγε ποτέ. Η εξουσία του κεφαλαίου εξακολουθεί να υλοποιείται μέσα από το κράτος, ακόμα και αν τίθενται σήμερα ζητήματα αναδιοργάνωσης του κράτους και του τραπεζικού συστήματος. Είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς για εξασθένιση του κράτους, γιατί η ιδιωτικοποίηση των κρατικών επιχειρήσεων και η απορρύθμιση της οικονομίας, πρόκεινται για τεχνικές παρεμβάσεις, που συντρέχουν με μια ενίσχυση των κρατικών μηχανισμών ελέγχου και καταστολής. Το νέο κράτος κινείται σε διεθνές επίπεδο και δεν παραμένει όχι ένα υποκείμενο αλλά μια σύνθεση των διαφορετικών κυρίαρχων (και όχι μόνον) κοινωνικών δυνάμεων με αντιτιθέμενα συμφέροντα.
Η κρατική εξουσία, πέρα από την πολιτική ή ιδεολογική διάστασή της, στηρίζεται και στην οικονομική της κυριαρχία και ο συνδυασμός αυτών των τριών στοιχείων συνιστά χαρακτηριστικό γνώρισμα του καπιταλισμού και μόνον αυτού. Η εμπιστοσύνη στο οικονομικό σύστημα δεν στηρίζεται στις σταθερές ισοτιμίες των νομισμάτων, αλλά στην ικανότητα μιας οικονομίας και ενός κράτους, και όχι του ΔΝΤ, να εγγυάται την σταθερότητα των συναλλαγών ακόμα και μέσα στο πλαίσιο των διακυμάνσεων όχι μόνο του νομίσματος αλλά και των οικονομικών δεικτών που προκαλούνται από τις κρίσεις.
Η εισαγωγή περιορισμών για τα παράγωγα δεν σημαίνει το τέλος του νεοφιλελευθερισμού. Τα παράγωγα είναι απαραίτητα για την λειτουργία της παραγωγικής διαδικασίας όπως φαίνεται και στην επερχόμενη κρίση των ειδών διατροφής και πρώτων υλών. Αυτό όμως που κάνει εντύπωση με αυτή την κρίση είναι ότι τα παράγωγα σαν τρόπος συναλλαγής δεν έχασαν την σπουδαιότητά τους. Στην οικονομική εφημερίδα Εξπρές   o Jack Willoughby αφού διαπιστώνει την προβληματικότητα ορισμένων hedge funds αναφέρει ότι πέρυσι τα παράγωγα απέφεραν κέρδη κατά μεσον όρο πάνω από 10% στους κατόχους τους ενώ παράλληλα υπήρξαν κάποια που έφτασαν στο 40% (αυτά των μεγάλων και σοβαρών κύρια εθνικών τραπεζών!) και κάνει προτάσεις σε επενδυτές για επενδύσεις σε τέτοια παράγωγα. Η βάση της αμερικάνικης οικονομίας, και κάθε οικονομίας, δεν είναι το χρηματιστήριο. Η αμερικάνικη βιομηχανία εξακολουθεί να είναι πρωτοπόρα και να γνωρίζει ανάπτυξη σε τομείς όπως οι υπολογιστές και η βιοτεχνολογία. Ο υπόλοιπος κόσμος δεν κάνει χάρη στις ΗΠΑ, εξακολουθώντας να συναλάσσεται με δολάρια και να στηρίζει την οικονομία των ΗΠΑ. Η πτώση του δολαρίου δεν είναι μια κατάρρευση, αλλά μια οργανωμένη και βραδεία υποτίμηση. Τα ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου μαζί με τα αξιόγραφα του αντίστοιχου θησαυροφυλακίου εξακολουθούν να είναι περιζήτητα. Αυτό που αναγνωρίζουν όλοι είναι ότι, όπως και στο Ιράκ ή το Αφγανιστάν, οι ΗΠΑ δεν δρουν μόνο για το αμερικανικό κεφάλαιο, αλλά για όλους, αναπαράγοντας και διευρύνοντας τον παγκόσμιο καπιταλισμό.   Το κεφάλαιο είναι κοινωνική σχέση και κινείται σαν κοινωνική δύναμη. Τα εθνικά κράτη εξελίσσονται με το να αναλαμβάνουν την ευθύνη του να εξελίσσουν τον καπιταλισμό. Και μέσα από αυτή την κρίση τα κράτη βγήκαν ισχυρότερα, χωρίς αυτό να αποκλείει στο εσωτερικό τους μια τεράστια ανακατανομή κεφαλαίου και εξουσίας!
Τα κράτη για την αντιμετώπιση της κρίσης συνεργάστηκαν μεταξύ τους παρόλες τις βλεψεις διεθνούς πρωτοκαθεδρίας που εκφράζονται από την ΕΕ,   την Κίνα και την Ρωσία. Οι πιθανές εναλλαγές του τρόπου διαχείρησης του συστήματος είναι απ’ ό,τι φαίνεται σε θέση να ανακόψουν τον υφιστάμενο ανταγωνισμό της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ με την κεντρική ευρωπαϊκή τράπεζα, όπως στην περίπτωση μιας αντιθετικής μεν αλλά συμπληρωματικής πολιτικής επιτοκίων. Όλα αυτά θα μπορούσαν να εκτρέψουν την κατάσταση, σε συνδυασμό με την άνοδο της τιμής του πετρελαίου, σε μια διεθνή νομισματική κρίση, αλλά τελικά βοήθησαν με την μετακίνηση κεφαλαίων προς τις ΗΠΑ, ακριβώς στην στιγμή που αυτές τα χρειαζόντουσαν. Ο διεθνής ανταγωνισμός των επιμέρους κεφαλαίων, που δεν έπαψε να υφίσταται ποτέ, συνδυάζεται και με την αμοιβαία δράση κεφαλαίων στα πλαίσια των εθνικών κρατών. Ταυτόχρονα το βάθος της κρίσης οδήγησε σε μια διεθνή αλληλεγγύη του κεφαλαίου. Οι αμερικανικοί θεσμοί προτείνουν παρεμβατικούς μηχανισμούς που είναι ενσωματώσιμοι στις διεθνείς οικονομικές διαδικασίες. Στο ακόλουθο σχήμα φαίνεται η σχέση των επιτοκίων δανεισμού των ΗΠΑ και της ΕΕ. Πρέπει να σημειωθεί πάντως ότι τώρα που φαίνεται να σταθεροποιείται η κατάσταση, ήδη γίνονται σκέψεις για την μεταβολή των επιτοκίων από την ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα.   Αυτή κρίση μας δείχνει ακόμα μια φορά ότι οι αναπτυγμένες καπιταλιστικά χώρες έχουν δυό στηρίγματα σταθερότητας. Από την μια πλευρά την αμοιβαία δανειοδότηση και από την άλλη με τις ελαστικές ισοτιμίες (block floating) στα πλαίσια ισχυρών νομισμάτων, το οποίο δεν σημαίνει ένα σύστημα ελαστικών ισοτιμιών με την αυστηρή έννοια του όρου, δίνουν μια απάντηση στο ζήτημα της αγκύρωσης των νομισμάτων στην περίπτωση μιας κρίσης σαν αυτή των subprimes.

σχήμα 97
Η συνεργασία της ευρωπαϊκής επτροπής με την αμερικανική κυβέρνηση έχει ξεκινήσει από το 1999. Aυτή την στιγμή και οι δυό τους συνεργάζονται παραπέρα στενότερα, στην διάθεση χρήματος στις αγορές, και για την διαμόρφωση νέων πολιτικών δανεισμού απέναντι σε αφερέγγυους δανειολήπτες σε δολάρια ή σε κρατικά χρεόγραφα, προκειμένου να σταθεροποιηθούν οι βάσεις για την συνέχιση της συσσώρευσης. Αποδέχονται τους ισχυρισμούς των τραπεζών και των «παικτών» για τις αδυναμίες καταβολής των δόσεων, που αν ήταν πραγματικές θα έπρεπε το 70% των δανειοδοτηθέντων αυτή την στιγμή να βρίσκεται στον δρόμο. Οι τραπεζίτες βρίσκονται χωρίς χρηματικό κεφάλαιο για την συνέχεια της διακίνησης ενώ στην αγορά κυκλοφορύν αυτή την στιγμή 45 τρισεκατομμύρια δολάρια σε παράγωγα άγνωστου όπως πάντα περιεχομένου, και έτσι αποδέχονται χωρίς επιφυλάξεις κάθε κυβερνητική οικονομική υποστήριξη. Η κατάρρευση της εμπιστοσύνης της πραγματικής οικονομίας προς το τραπεζικό σύστημα θα οδηγούσε σε πραγματική κρίση και όχι απλά σε μια ύφεση προσαρμογής στην πραγματική οικονομία. Η μεταφορά ευρωπαϊκών κεφαλαίων προς τις ΗΠΑ δεν διευκολύνει απλά κάποιες τρέχουσες ανάγκες της αμερικανικής οικονομίας. Η υπερσυσσώρευση κεφαλαίου έρχεται αντιμέτωπη με τον περιορισμό της κατανάλωσης στην εσωτερική ευρωπαϊκή αγορά εξαιτίας της συμπίεσης των μισθών και των κοινωνικών παροχών και της περιορισμένης επενδυτικής δραστηριότητας. Τα γερμανικά κεφάλαια για παράδειγμα εξαναγκάζονται στην εξαγωγή. Αυτή η κατάσταση απ’ όπου όλοι θα βγουν κερδισμένοι είναι μάλλον κάθε άλλο παρά ρεαλιστική   Στο ακόλουθο σχήμα φαίνεται ο τρέχων εξωτερικός δανεισμός των ΗΠΑ, δηλαδή της εξωτερικής υποστήριξης της οικονομίας των ΗΠΑ μόνο στην βάση αυτών των ομολόγων.   Σε αυτή την περίπτωση δεν πρόκειται για την ΕΕ, αλλά για άλλους υποτιθέμενους ανταγωνιστές των ΗΠΑ, που το τελευταίο που θα ήθελαν θα ήταν η κατάρρευση της χώρας αυτής.

σχήμα 95

Φυσικά και οι επιμέρους τρόποι που αντιμετωπίστηκε το πρόβλημα υπήρξαν διαφορετικοί. Στην Γερμανία, όπου η ομοσπονδιακή τράπεζα δεν γνωρίζει κανένα άλλο οικονομολόγο εκτός από τον Friedrich August von Hayek  , οι τρεις χρεοκοπημένες τράπεζες υποστηρίχτηκαν από το κράτος με χρήματα που ήρθαν από τις ΗΠΑ και κατέληξαν στο Λονδίνο. Αντίθετα στην περίπτωση της UBS, που παρεπιπτώντως δήλωσε κέρδη 8 δισεκατομμυρίων € για το 2007  , η τράπεζα δανείστικε χρήματα από την ιδιωτική αγορά, μια τράπεζα της Σιγκαπούρης, χρήματα που καν δεν χρειαζόταν! Τα δάνεια από την Σιγκαπούρη, την Κίνα, την Νορβηγία, τον Αραβικό κόσμο, δεν είναι τίποτα άλλο από μια διαδικασία παραπέρα ενσωμάτωσης στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, ακόμα και αν αυτός μπορεί να σημάνει κάποτε μια αναδιανομή εξουσίας διεθνώς (π.χ. μια G20!).Δεν έχουμε ακόμα αγγίξει τα όρια της συσσώρευσης, όσο εξακολουθούν στον τρόπο παραγωγής προκαπιταλιστικά στοιχεία. (π.χ. προκαπιταλιστικοί τρόποι παραγωγής, ρατσισμός, σεξισμός). Το διάγραμμα που ακολουθεί δείχνει και ένα λόγο της αλληλεγγύης των καπιταλιστικών κρατών στα πλαίσια της κρίσης των subprimes. Ο δείκτης τιμών του γερμανικού χρηματιστηρίου τον τελευταίο χρόνο,  δεν δείχνει μόνο την απότομη πτώση του δείκτη αυτού κατά χίλιες μονάδες εξ αιτίας της αμερικανικής κρίσης αλλά και την αλληλεξάρτηση του κεφαλαίου σε διεθνές επίπεδο.

σχήμα 96
Το ισοζύγιο πληρωμών ενός έθνους μπορεί να είναι υπέρ του ή κατά του, το εμπορικό του ισοζύγιο πρέπει όμως να είναι ισοσκελισμένο. Το ισοζύγιο πληρωμών διαφέρει από το εμπορικό ισοζύγιο στο ότι είναι ένα συγκεκριμένο εμπορικό ισοζύγιο πληρωτέο σε συγκεκριμένη ημερομηνία. Αυτό που κάνουν οι κρίσεις είναι ότι συμπιέζουν σε σύντομο χρονικό διάστημα τη διαφορά ανάμεσα στο ισοζύγιο πληρωμών και το εμπορικό ισοζύγιο και οι συγκεκριμένες συνθήκες που αναπτύσσονται στο έθνος που υπάρχει η κρίση, στο οποίο επόμενα μπαίνει αυτή ν προθεσμία, κουβαλούν ήδη μαζί τους αυτή την ύφεση της περιόδου εξισορόπησης.   Μέσα από την υπολογισμένη υποτίμηση του δολαρίου, οι ΗΠΑ κατόρθωσαν να ισοσκελίσουν το εμπορικό τους ισοζύγιο. Η αστική τάξη δεν θέλει να έχει ελλείμματα όταν πρόκειται για την συνέχεια της εργατικής αξιοποίησης. Η κρίση αυτή ανέδειξε την ταξική επιλεκτικότητα συνθημάτων για λιγότερο κράτος. Λιγότερο κράτος σημαίνει κατάργηση κάθε ελέγχου των τιμών, την απουσία κάθε είδους προστασίας του περιβάλλοντος, και την αντιμετώπιση της εργατικής δύναμης σαν συντελεστή κόστους, όταν αφορά μισθούς, και κοινωνικές ασφαλίσεις. Περισσότερο κράτος βέβαια, όταν πρόκειται για την προστασία της ιδιοκτησίας, την αστυνομία, και στην συγκεκριμένη περίπτωση νόμους που να προστατεύουν τον ένα καπιταλιστή από τις απάτες του άλλου. Οι ελεύθερες αγορές συνδυάζονται αρμονικά με περισσότερους κανόνες!
Η συσσώρευση των χρηματιστικών καπιταλιστών γίνεται άμεσα σε χρηματική μορφή, ενώ έχουμε δει ότι η πραγματική συσσώρευση των παραγωγικών καπιταλιστών γίνεται στα στοιχεία του αναπαραγωγικού κεφαλαίου. Η εξέλιξη της πίστης και η απίστευτη συγκέντρωση των μεγάλων χρηματιστικών επιχειρήσεων πρέπει επόμενα να επιταχύνει την συσσώρευση του κεφαλαίου καθ’ εαυτή και για αυτήν σαν μια μορφή διαφορετική από την πραγματική συσσώρευση. Αυτή η εξέλιξη του χρηματικού κεφαλαίου, είναι επίσης ένα αποτέλεσμα της πραγματικής συσσώρευσης, καθόσον είναι συνέπεια της ανάπτυξης της διαδικασίας αναπαραγωγής και του κέρδους που δημιουργεί την πηγή της συσσώρευσης αυτού του χρηματικού κεφαλαίου, είναι μόνο μια αφαίρεση από την υπεραξία την οποία αποσπά το αναπαραγωγικό (και ταυτόχρονα ιδιοπίηση ενός μέρους του τόκου ξένων αποταμιεύσεων.)   Το πλεονέκτημα της χρηματιστικής συσσώρευσης, στην δεδομένη περίπτωση είναι η υψηλή κινητικότητά του σε σχέση με τις άλλες μορφές κεφαλαίου. Η απειλή αυτής της δυνατότητας μετακίνησης είναι αυτή που ενισχύει το κράτος στην πολιτική των νεοφιλελεύθερων ρυθμίσεων του.

Συμπεράσματα

Στην εκδοχή του κειμένου που δημοσιεύτηκε στις Θέσεις 104 ισχυριζόμουνα ότι η κρίση αυτή έχει λήξει, όσον αφορά τον συγκεκριμένο τομέα και την συγκεκριμένη μορφή. Αυτός ο ισχυρισμός χρειάζεται να επεξηγηθεί καθόσον φαίνεται με τα σημερινά δεδομένα απλά παράλογος. Η κρίση συνιστά αυτή την στιγμή κεντρικό ζήτημα όχι μόνο των ΜΜΕ αλλά των κυβερνήσεων και των υπερεθνικών καπιταλιστικών οργανισμών. Η εκτίμησή μου τότε υπήρξε μερικά σωστή στο βαθμό που θεωρούσα ότι η κρίση είναι κρίση υπερσυσώρευσης χρηματιστικού και μάλιστα φαντασιακού κεφαλαίου – (Fiktives Kapital) και ταυτόχρονα λανθασμένη γιατί υποτιμούσα την σημασία του κεφαλαίου αυτού για τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής. Ενισχυτικά για αυτήν την θέση αντίφασης πραγματικού και φαντασιακού κεφαλαίου λειτούργησαν και τα αντίστοιχα πόσα χρηματιστικού κεφαλαίου που απαιτούνατι και διατίθενται για τους αντίστοιχους τομείς. Ενώ για αράδειγμα γενικά και αόριστα η γαλλική κυβέρνηση διαθέτει 300 δις $ για την σωτηρία της οικονομίας γενκά (με την μορφή αναλήψεων υποχρεώσεων – χρεών φαντασιακού κεφαλαίου) δεν υφίστανται 2 δις για την σωτηρία της αυτοκινητοβιομηχανίας Renault! Και αυτό δεν είναι το μοναδικό παράδειγμα. Ο δεύτερος και ουσιαστικότερος λόγος για τον οποίο ισχυρίστηκα ότι η κρίση έχει τελειώσει δεν είναι ούτε η πτώση της τιμής του πετρελαίου ούτε οι περιοδικές ανακάμψεις των χρηματιστηρίων. Είναι το ότι ο κόσμος της εργασίας αδαφόρησε παντελώς για τον επερχόμενο λογαριασμό του ηλεκτρικού και της εφορίας ή των έμμεσων φόρων. Η εργατική τάξη και οι πολιτικές της εκπροσωπήσεις δεν έδοσαν καμιά μάχη και τους αξίζει να χάσουν και τον πόλεμο!

Οι δυο προηγούμενες μεγάλες οικονομικές κρίσεις υπήρξαν κρίσεις κύρια του παραγωγικού κεφαλαίου και του μεν 1929 κράτησε μέχρι το 1933, του δε 1971 μέχρι το 1974 ακι οι δυο ακολούθησαν μια εποχή σχετικής ευμάρειας σε σέση μετο παρελθόν. Και οι δυό τελείωσαν με μια σημαντική αναδιάρθρωση του καπιταλιστυικού τρόπου παραγωγής και των παραγωγικών σχέσεων: Η πρώτη με το New Deal (ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία) και η δεύτερη με την διακοπή του μέσα από την κατάργηση της μεταπολεμικής συνθήκης του Bretton Woods και την βαθμιαία επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού σε βάρος των μέτρων προστατευτισμού της οικονομίας. Και οι δυό συνοδεύτηκαν από ισχυρά επαναστατικά κινήματα, που για μερικούς αναλυτές έπαιξαν βασικό ρόλο στην διαμόρφωση τους,   και που επίσης οδήγησαν σε σημαντικές πολιτικές αναδιαρθρώσεις. Ένας συνδυασμός μέτρων αυταρχικού και εκσυγχρονιστικού χαρακτήρα, φασισμός άνοδος των εργατικών μισθών, μέτρα κοινωνικής προστασίας, κάτω από τη πίεση της εργατικής τάξης, ήταν οι πολιτικές συνέπειες αυτών των κρίσεων. Σε αντίθεση όμως προς αυτές, η σημερινή κρίση συνιστά κρίση του χρηματοπιστωτικού και όχι του παραγωγικού τομέα. Παράλληλα δεν υφίσταται σε παγκόσμιο επίπεδο κάποιο εργατικό επαναστατικό κίνημα που να αμφισβητεί τις αποφάσεις που παίρνονται. Με την έννοια αυτή δεν είναι απαραίτητη μια οικονομικη ή πολιτική αναδιάρθρωση προκειμένου να συνεχίσει η διαδικασία της παραγωγής, αλλά κάποια διαπραγματεύσιμα μέτρα εξομάλυνσης των δυσλειτουργιών του χρηματοπιστωτικού τομέα ειδικά και του τραπεζικού συστήματος γενικότερα. Η δυσκολία σε αυτά τα μέτρα συνίσταται στο ότι κανείς δεν προτείνει κάτι διαφορετικό από τις ακαδημαϊκές συμβατικές λύσεις, γιατί στην περίπτωση αποτυχίας θα φέρει όλη την ευθύνη. Αντίθετα ακολουθούνται κοινότυπες συνταγές που για διάφορους λόγους δεν λειτουργούν ή λειτουργούν αναπάντεχα.Για παράδειγμα η κυβέρνηση των ΗΠΑ ανακοίνωσε ένα πακέτο εξαγορών παραγώγων στεγαστικών δανείων ύψους 700 δισεκατομμυρίων δολαρίων προκειμένου να προστατέψει επιλεκτικά κάποιες τράπεζες από την χρεοκοπία. Αυτό δεν σημαίνει με κανένα τρόπο απομάκρυνση από τον νεοφιλελευθερισμό, αλλά όπως τόνισε και πρωθυπουργός των ΗΠΑ, ένα μέτρο υποστήριξης του τραπεζικού τομέα που είναι τόσο σημαντικός για την λειτουργία του συστήματος. Τα πρώτα 44, κατ’ άλλους 77 δισεκατομμύρια $ της πρώτης δόσης, εξαφανίστηκαν μέσα σε τρεις βδομάδες, γιατί οι «παίκτες» που τα εισέπραξαν τα έχασαν θεωρώντας ότι τα κυβερνητικά μέτρα θα επιφέρουν άνοδο των τιμών του χρηματιστηρίου. Αυτό δεν συνέβηκε τόσο γιατί το παραγωγικό κεφάλαιο δεν αγγίζεται καθοριστικά από την κρίση αυτή όσο για παράδειγμα το 1971 αλλά και γιατί η είσοδος φαντασιακού χρηματικού κεφαλαίου δεν είναι σε θέση να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη προς το τραπεζικό σύστημα. Σε αυτά τα μέτρα είναι λάθος να αναγνωρίζεται μια επάνοδος στον προστατευτισμό που έτσι κι αλλιώς δεν υπήρξε ποτέ ο κανόνας της οικονομίας. Πρόκειται για εικονική στήριξη επενδυτικών τραπεζών (που επενδύουν εκτός παραγωγής). Οι αντιδράσεις επόμενα δεν μπορεί να είναι λογικές εφόσον υφίσταται μόνο μια ασθενής επαφή με την υλική πραγματικότητα. Δεν είναι δυνατό να αναζητηθεί ο νόμος της αξίας του κοπανιστού αέρα. Ακόμα και αν η αξία είναι μια κοινωνική σχέση, αυτό που παραμένει είναι κάποιας μορφής εργασία σαν προϋπόθεση της ύπαρξής της. Οι πολιτικές των επιτοκίων που είναι δέσμιες του φετιχισμού του τόκου, δηλαδή ότι τα τρέχοντα επιτόκια ρυθμίζουν τα ποσοστά του κέρδους και των οικονομικών ενισχύσεων χωρίς δεσμεύσεις ποιο πρόσφατα δεν συνισττούν εναλλακτική πρόταση όσο και τα ανεβοκατεβάσματα του χρηματιστηρίου δεν σημαίνουν αντίστοιχες διακυμάνσεις της πραγματικής οικονομίας.Αντίθετα:

Ένα μέρος του παλιού κεφαλαίου θα έπρεπε να μείνει, σε κάθε περίπτωση, έτσι κι αλλιώς ανεκμετάλλευτο στην ιδιότητά του σαν κεφαλαίου, στο βαθμό που θέλει να είναι διαθέσιμο σαν κεφάλαιο και να αξιοποιείται. Πιο μέρος θα παρέμενε ανεκμετάλλευτο θα αποφάσιζε ο ανταγωνισμός. Όσο όλα πηγαίνουν καλά, ο ανταγωνισμός,, όπως φάνηκε από την εξίσωση του γενικού ποσοστού του κέρδους, λειτουργεί σαν πρακτική αδελφότητα της τάξης των καπιταλιστών, έτσι ώστε, σύμφωνα με το μέγεθος της πίττας που έχει ο καθένας, να μοιράζονται την λεία από κοινού. Από τη στιγμή που δεν πρόκειται πλέον για το μοίρασμα του κέρδους αλλά το μοίρασμα της ζημιάς, προσπαθεί ο καθένας όσο το δυνατόν περισσότερο να περιορίσει το μέρος του σε αυτήν και να την σπρώξει στον λαιμό των άλλων. Η ζημιά είναι για την τάξη αναπόφευκτη. Το πόση θα πρέπει να υποστεί ο καθένας, σε τι βαθμό θα πρέπει να συμμετάσχει σε αυτήν, είναι ζήτημα δύναμης και πανουργίας και ο ανταγωνισμός μεταβάλλεται σε ένα αγώνα εχθρικών μεταξύ τους αδελφών. Η αντίθεση των συμφερόντων του κάθε ξεχωριστού καπιταλιστή και της τάξης των καπιταλιστών ισχύει όπως προηγούμενα η ταυτότητα των συμφερόντων επικρατούσε πρακτικά μέσα από τον ανταγωνισμό.

Τα γεγονότα που ζούμε αυτή την στιγμή εκφράζονται από την παραπάνω διατύπωση με τον πλέον γλαφυρό τρόπο. Το πρόγραμμα των 100 ημερών και του 1 έτους του ΔΝΤ ξεχάστηκε πολύ γρήγορα, ενώ για την ΕΕ η συνθήκη του Maastricht και το ευρωσύνταγμα κατέληξαν στα σκουπίδια που τους ταιριάζουν. Στην συνάντηση της ΕΕ για την οικονομία συμφωνήθηκε ότι κάθε χώρα θα ακολουθήσει την πολιτική που κρίνει ορθότερη. Ενώ η ΕΕ με την πολιτική των επιτοκίων που αναφέρθηκε και παραπάνω υποστηρίζει τις ΗΠΑ, από την άλλη Αγγλία Γαλλία και Γερμανία διαφωνούν για την ακολουθητέα πολιτική με την επιμονή των γερμανών στον νεοφιλελευθερισμό και την ανακάλυψη του Keynes από τον Sarkozy. Στα πλαίσια της ίδιας συσπείρωσης εργοδοσίας και πολιτικών εκπροσώπων της η Ουγγαρία καταφεύγει στο ΔΝΤ για να τα βγάλει πέρα Ο μεγάλος οικονομολόγος Gordon Brown συναγωνίζεται σε έλλειψη πρωτοτυπίας το αμερικανό συνάδελφό του Bernake.   Η G 20 που τυπικά υφίσταται από το 1989,   αλλά ουσιαστικά είναι ανύπαρκτη, καλείται να πάρει αποφάσεις για το μέλλον της διεθνούς οικονομίας στα πλαίσια ενός Bretton Woods του φιλελευθερισμού, κάτω από τις διαμαρτυρίες της Ισπανίας για την μη προσκλησή της και της Αφρικής για ελλειπή εκπροσώπηση. Ο ανταγωνισμός του κεφαλαίου και η συνεργασία από την άλλη βρίσκονται σε ημερήσια διάταξη. Τα χρηματιστήρια ανεβοκατεβαίνουν με την ίδια ταχύτητα. Το αμερικανικανικό χρημαιστήριο στην τελευταία βδομάδα του Οκτωβρίου 2008 γνώρισε την μεγαλύτερη άνοδο και την μεγαλύτερη ημερήσια  πτώση από το 1974, ενώ ο πρωθυπουργός της Βραζιλίας Lula da Silva ξαναθυμήθηκε ότι είναι αριστερός και κατήγγειλε το Διεθνή Τράπεζα και το ΔΝΤ σαν όργανα του συστήματος των χωρών του Βορρά.
Όλες αυτές οι εκφράσεις ανταγωγνισμού το κεφαλάιου δεν είναι απόλυτα πραγματικές. Πίσω από αυτές υπάρχουν αρκετά στοιχεία πολιτικής σκοπιμότητας, παρερμηνειών και υπολογισμού. Εξακολουθώ να ισχυρίζομαι ότι η κρίση υπερτονίζεται από τον φόβο πιθανών αντιδράσεων στο μέλλον. Το τραγούδι της κρίσης είναι σαν εκείνο του πολέμου: «καθίστε στα αυγά σας γιατί η χώρα περνάει δύσκολες στιγμές». Σε μια κατάσταση υποτιθέμενης διεθνούς και διαρκούς κρίσης από το 1989 έρχονται τα πρώτα αισιόδοξα μηνύματα και οι εργάτες αρχίζουν να ζητάνε το μερίδιό τους στα πλαίσια της καπιταλιστικής αξιοπόίησης. Εκείνη την στιγμή λοιπόν Renault; Pegeuot, L’ Oreal, και Mitsubishi επικαλούνται την διεθνή κρίση για να δικαιολογήσουν από καιρό προγραμματισμένες μεταφορές εργαστασίων σε ανατολικοευρωπαϊκές και ασιατικές χώρες με χαμηλά μεροκάματα και ξεχνώντας τα τεράστι ακέρδη της τελευταίας δεκαετίας και τα αποθεματικά του ζητούνται κομμάτι των κρατικών ενισχύσεων. Τα ονόματα των υπευθύνων της κρίσης (οι 4500 διεθνείς παίκτες αποκαλύπτονται με τεράστιες δυσκολίες και κανένας εισαγγελέας (είναι η θέμιδα η πουλημένη…!!) δεν αισθάνεται αρμόδιος να ασχοληθεί με το ζήτημα. Η χρεοκοπία μιας επιχείρησης δεν σημαίνει κρίση του κλάδου και όποια επιχείρηση ισχυρίζεται ότι κινδυνεύει να κλείσει εξαιτίας της κρίσης όταν μοιράζεται ακόμα και φαντασιακό κεφάλαιο αφειδώς δεν σημαίνει ότι είναι περισσότερο ειλικρινής από τον τύπο και την τηλεόραση. Η κρίση αυτή θεωρείται από το κεφάλαιο σαν μια χρυσή ευκαιρεία για να ανεβάσει ακόμα περισσότερο τα κ΄ερδη του σε βάρος της εργατικής τάξης αλλά και των ανταγωνιστών του. Δεν μπορεί να να ανακοινώνεται κρίση της αυτοκινητοβιομηχανίας στην προοπτική ότι θα υπάρξουν απολύσεις στο μέλλον και επόμενα πτώση του βιοτικού επιπέδου, σαν να ήταν αδύνατη η μεταφορά κεφακλαίων και σαν η αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου να ανκαλύφτηκε μόλις χτες.
Αυτό που δεν έχει κλήσει βέβαια είναι η ενσωμάτωση της μαύρης και ισπανόφωνης περιθωρακής εργατικής τάξης των ΗΠΑ. Την μείωση των μισθών τα τελευταία 20 χρόνια δεν μπορούν να αντισταθμίσουν οι πιστωτικές κάρτες, τα καταναλωτικά και τα στεγαστικά δάνεια. Η αύξηση του επιπέδου ζωής, όταν γίνεται με δανεικά. Αυτή η τακτική έχει τα όριά της. Αυτό που παραμένει πέρα από τους άστεγους και τους άνεργους εξ αιτίας της κρίσης είναι τα φαινόμενα που την συνόδευαν και που εξακολουθούν να δημιουργούν τις προϋποθέσεις της επόμενης κρίσης. Εξ αιτίας αυτών των φαινομένων, παρατηρείται η συνδιασμένη αύξηση της τιμής των τροφίμων – π.χ. του ρυζιού 75% μέσα σε δυό μήνες και του σταριού 120% μέσα σε ένα χρόνο – των πρώτων υλών και του πετρελαίου (η άνοδος της τιμής του δημιουργεί προβλήματα σε κλάδους της βιομηχνίας του αποκαλούμενου πρώτου κόσμου ενώ η πτώση του υποτίθεται ότι δημιουργεί προβλήματα ανάπτυξης στις πετρελαιοπαραγωγές χώρες). Η παγκόσμια τράπεζα θεωρεί ότι 100 εκατομμύρια επιπλέον άνθρωποι θα καταλήξουν μέσα από αυτή την διαδικασία στην φτώχεια. Οι συμβατικές εξηγήσεις για τις αυξήσεις των τιμών είναι η αύξηση του πληθυσμού (αντικείμενο ειρωνικών σχολίων ήδη από τον 19ο αιώνα), η έμφαση στην παραγωγή βιοκαυσίμων, η αύξηση της τιμής των τροφίμων στις χώρες της Ασίας και της Μέσης  Ανατολής, η ξηρασία και το υψηλό κόστος μεταφορών. Στους λόγους αυτής της επερχόμενης νέας κρίσης προστίθεται και η αύξηση της κατανάλωσης του κρέατος και η φιλελευθεροπόιηση της αγοράς σύμφωνα με το περιοδικό Spiegel. Υπάρχει ακόμα ένας παράγοντας: Hedge funds έχουν δραστηριοποιηθεί στον τομέα της εμπορευματικής παραγωγής και ειδικά με τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης υποχρεώσεων. Τα συμβόλαια αυτά είναι ο τρόπος με τον οποίο από την μια κρατιούνται σταθερές οι τιμές των αγροτικών εμπορευμάτων και απ΄ την άλλη χρηματοδοτούνται οι αγρότες. Η εισβολή των hedge funds … έχει αποσταθεροποιήσει – φιλελευθεροποιήσει – την πραγματική αγορά   Φαίνεται λοιπόν ότι το χρηματιστικό κεφάλαιο έχει βρει μια νέα διέξοδο για την παραπέρα διεύρυνσή του και ότι η πολιτική της αναδιανομής εξακολουθεί να εξυπηρετεί το χρηματιστικό κεφάλαιο. Η θέση του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ Ban Ki Moon, ότι σε 33 χώρες του κόσμου απειλούνται εξεγέρσεις εξαιτίας της πείνας, αρχίζοντας από την Αϊτή,   μπορεί να μας κάνει περισσότρο αισιόδοξους. Το ίδιο αισιόδοξους θα μπορούσε η παντελής έλλειψη της εργατικής τάξης τν ΗΠΑ (ακόμα και της λευκής, ειδικευμένης και φιλορεπουμπλικάνικης προς του θεσμούς της χώρας της. Αντίθετα είναι εκπληκτική η σιωπή της αριστεράς απέναντι σε ένα φαινόμενο για το οποίο θα είχε να πει πολλά και να προτείνει ακόμα περισσότερα Ο ισχυρισμός του Hilferding για ένα δεσμό αλληλεξάρτησης του παραγωγικού, εμπορικού και χρηματιστικού κεφαλαίου ίσως να μην ευσταθεί, αλλά παρόλα αυτά, όπως και στην προηγούμενη κρίση των ακινήτων, όπως και στην επερχόμενη των τροφίμων, υπάρχει μια αφετηρία στην παραγωγή των εμπορευμάτων και υπηρεσιών. Τα βιολογικά καύσιμα αναπτύσσονται σε βάρος των τροφίμων και η τεχνολογία ισχυρίζεται ότι χρειάζεται τουλάχιστον 5 χρόνια ακόμα για να οργανώση μια παράλληλη αξιοποίηση τροφίμων και των καταλοίπων της επεξεργασίας τους σε βιοκαύσιμα. Η αύξηση της; τιμής των γεωγικών προϊόντων συνδυάζεται με μια απόκρυψη της σοδειάς σε πολλές αφρικανικές χώρες και μάλιστα με συμμετοχή των κυβερνήσεων. Η διακίνηση κεφαλαίου που πραγματοποιείται σε αυτή την ιστορία μέσα από παράγωγα φτάνει στα 40 τρισεκατομμύρια δολάρια, όταν η δυσβάστακτη δήθεν για το γερμανικό κράτος ενοποίηση της Γερμανίας κόστισε μόνο δύο. Όταν χρειάζονται λεφτά για την πάρτη τους, τα καθάρματα τα βρίσκουνε πάντοτε!

Βιβλιογραφία

Βιβλία

1. Benjamin Walter, Das Passagen Werk, Gesammelte Schriften V-2, Frankfurt am Main 1991, Suhrkamp.
2. Bischoff Joachim, Zukunft des Finanzmarktkapitalismus, Hamburg 2006, VSA Verlag
3. Böhnke Alexander, Verkehrte Welt, στο Media Marx επιμέλεια Schröter Jens, Schwering Gregor, Stäheli Urs, Bielefeld 2006, Transcript Verlag.
4. Deleuze Gilles, Kapitalismus, Ein sehr Spezielles Delirium, στο Media Marx επιμέλεια Schröter Jens, Schwering Gregor, Stäheli Urs, Bielefeld 2006, Transcript Verlag.
5. Evans Trevor, Die Internationalen Finanziellen Turbulenten, στο Euromemo 2007 Αμβούργο 2008 VSA Verlag.

6. Gabler Kompakt – Lexikon, Wirtschaft, Wiesbaden 2006, 9η έκδοση, Gabler.
7. Gey Wolfgang, Globalisierung und Marktrisiko in der Monetären Theorie, Regensburg 2006, Transfer Verlag.
8. Gorz André, Metamorphoses du Travail, Παρίσι 1988, Galileé.
9. Hardt Michael, Negri Antonio, Empire, Cambridge Massachusetts London 2001,Harvard University Press.
10. Klaus Kreimeier, Marxistische Kino- und Filmtheorien στο Media Marx επιμέλεια Schröter Jens, Schwering Gregor, Stäheli Urs, Bielefeld 2006, Transcript Verlag.
11. Le Monde Diplomatique; Atlas der Globalisierung, Βερολίνο 2006, Taz Verlag.
12. Marx Karl, Das Kapital, τόμος 1ος  Βερολίνο 1989, Dietz Verlag.
13. Marx Karl, Ökonomische Manuskripte 1863-1867 Text Teil 2, (MEGA, ΙΙ/4.2) Βερολίνο 1992, Dietz Verlag (χειρόγραφα του τρίτου τόμου του κεφαλαίου).
14. Urban H.-J. (επιμ.), ABC zum Neoliberalismus, Hamburg 2006, VSA Verlag

Εφημερίδες και περιοδικά

Berliner Zeitung, 06. 05. 2008
Εξπρές 20.04.08.
Handelsblatt 07.05.08.
Θέσεις 97, Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2006,τριμηνιαίο περιοδικό, Αθήνα, 1. Bryan και Rafferty Το Χρήμα στον Καπιαλισμό ή το Καπιταλιστικό Χρήμα, και 2. Λαπαβίτσας Κώστας, Εξουσία και Εμπιστοσύνη ως Συστατικά Στοιχεία του Χρήματος και της Πίστης
Θέσεις 103 Aπρίλιος – Ιούνιος 2008,τριμηνιαίο περιοδικό, Αθήνα, Λαπατσιώρας Σπύρος, Μηλιός Γιάννης, Χρηματοπιστωτική Κρίση και «Οικονομική Ρύθμιση»
New York Times, Δευτέρα 14. 04. 2008
New York Times, Τετάρτη 16. 04. 2008
Οικονομική Καθημερινή 26/27.04.08
Prokla 146 Μάρτιος 2007 τριμηνιαίο περιοδικό Βερολινο, Trevor Evans, Das Ende der Immobilienblase in der USA.
Der Spiegel 5/28.01.2008.
Der Spiegel, 18/28.04.2008.
Stern, 28/03.07.2008
Stern, 42/09.10.2008
Süddeutsche Zeitung, Δευτέρα 14. 04. 2008

Ιστοσελίδες

www. bankenverband.de
http://www.boerse.ARD.de1 στις 10. 04. 2008.
http://www.bundesbank.de Bundesbank – Bankenaufsicht – Basel II htm, 16. 04. 2008
http://www.handelsblatt.com, 16. 04. 08
http://www.tagesschau.de
http://www.ubs.com.
http://www.uni-protokolle.de σημείωμα από τις 12 Αυγούστου του 2007
http://www.weforum.org.

Διαλέξεις

Evans Trevor, Krise der Finanzmarktkapitalismus, διάλεξη στο Rosa Luxemburg Institut στις 08. 05. 2008, Βερολίνο.
Krätke Michael, Die Subprimeskrise, στην συνάντηση για τα 150 χρόνια των Grundrisse: Χρήμα, Κεφάλαιο, Αξία, Μέθοδος, από τις 4 μέχρι τις 6 Απριλίου του 2008.
Panitch Leo, The State is Back, διάλεξη στο Rosa Luxemburg Institut στις 05. 05. 2008, Βερολίνο.

Advertisements
Leave a Comment

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: